Χρόνης Μίσσιος: «Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται. Άπαξ, που λένε»

0

missios-xronis

Από τον Γιώργο Μουργή

Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει… Χρόνη Μίσσιο*

-«Μουργή δεν μας ήθελε αυτό το καλοκαίρι, δεν μας πήγε…».

Κλείσαμε το τηλέφωνο με το Βασίλη με ένα «γάμα τα» φίλε και μια καληνύχτα βουβή.

Τα μαντάτα δεν ήταν καλά για τον δικό του. Τι σημασία έχει το πρόσωπο αν ο άλλος είναι δικός σου;

Το θανατικό που μας σημάδεψε και θα συνεχίζει, όπως φαίνεται, να μας σημαδεύει, μέχρι να θυμηθεί την ώρα μας, ήταν βαρύ τελευταία.

Το πένθος το έχω χεσμένο, έρχεται όμως η ώρα που η απώλεια και ο θρήνος μέσα σου δεν παλεύονται.

Κι αυτόν το χρόνο, όπως και τους προηγούμενους δηλαδή, μας έλαχε να πονέσουμε, να θρηνήσουμε με απώλειες.

Κι αυτή την εποχή του χρόνου, που «φθίνουν οι οπώρες»,

προετοιμαζόμαστε, μάλλον απροετοίμαστοι να ξαναπονέσουμε, να ξαναθρηνήσουμε, να ξανανταμώσουμε το τετελεσμένο της είδησης.

[…]

«Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα, την αγάπη, τους
νικημένους, τον ουρανό και τους διαβάτες…
Ας ανάψουμε τη φωτιά μας, ας τινάξουμε τα βιβλία
μας, ας βουρτσίσουμε τα ρούχα μας, ας γυαλίσουμε
τα …Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα, την αγάπη, τους
νικημένους, τον ουρανό και τους διαβάτες…
Ας ανάψουμε τη φωτιά μας, ας τινάξουμε τα βιβλία
μας, ας βουρτσίσουμε τα ρούχα μας, ας γυαλίσουμε
τα παπούτσια μας κι ας πλύνουμε τα πιάτα.
Καταλαβαίνεις, μικρούλα μου, καταλαβαίνεις;»

[…]

Κώστας Καρυωτάκης

Και μέσα στη μαυρίλα αυτής της θλίψης, αυτού του θρήνου, άρχισα να μετράω χαμούς, τραγούδια, φωτογραφίες, ώσπου στα ξαφνικά μου ήρθε το χαμόγελό της. Σαν ντεραπάρισμα, να κοιτάς ευθεία τον ουρανό και να γνέφεις ζωντανά στις ψυχές που μας άφησαν, μα πρώτα πρώτα σε εκείνη.

Εκεί παραδίπλα της έστεκε κι ο Χρόνης. Έσκυψα να ακούσω τι τους έλεγε. Φαντάστηκα πως στα σίγουρα θα μίλαγε για το «Καλά εσύ έφυγες νωρίς». Λάθεψα και τέντωσα αυτί στο ψίθυρο του Μίσιου:

«Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.

Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;

Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε… κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ανάγκες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.

Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας…

Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ’ αφήσαμε, γι’ αυτό το αύριο, που δεν θα ‘ρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:

Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.

Όμως, τ’ αφήσαμε για αύριο.

Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.

Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε!

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!

Διότι, αυτός είναι θάνατος!

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.

Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει…

Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το “όχι”, με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.

Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;

“Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει”…

Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.

Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…».

 

Ξαλάφρωσα έβαλα ένα διπλό με πάγο, καθαρό, και πήρα βαθιά ανάσα. Άναψα ένα τσιγάρο να λιβανίζει σαν θυμιατό. Άναψα ένα κερί κόκκινο σαν τη καύτρα να καίει σαν καντήλι.

Ξανάβαλα το Μίσιο να τον ακούσω από την αρχή.

«Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την…».

Ήπια μονοκοπανιά το διπλό, λέγοντας στη παρέα μου: «βάλτε να πιούμε…». Τους χάρηκα όλους, όπως τους είχα κοντά μου να μου γνέφουν και να πίνουν μαζί μου. Υποσχέθηκα σε όλους τους, να ζήσω τη «μετάβαση» του Μίσιου. Βάλαμε τα τρίτα κι άναψαν όλοι από ένα κερί, σαν ευχή της υπόσχεσης μου.

Υποσχεθείτε το στον εαυτό σας και σεις, που ακούσατε το Χρόνη και:

[…]

«Βάλτε να πιούμε…

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε…

Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη.
Μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη.
Μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε.

Βάλτε να πιούμε.. »

 

* Αφήγηση: Χρόνης Μίσσιος
Μουσική Σύνθεση: Βαγγέλης Μπόντας

Αρχείο www.bond-us.gr

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιώργος Μουργής

Αν ο Φουκουγιάμα διάβαζε Μπορίς Βιάν, άκουγε Ρόρι Γκάλαχερ και είχε δει τη Κοιλιά του Αρχιτέκτονα, δεν θα έγραφε ποτέ για το τέλος της ιστορίας. Βλέπω τον κόσμο μέσα από μια καραμούζα.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

eighteen − seventeen =

Simple Share Buttons