Blade Runner 2049 [κριτική]

0

του Νικήτα Φεσσά

Όταν πρωτοακούστηκε πριν από μερικά χρόνια ότι ετοιμάζεται σήκουελ του κλασικού πλέον δυστοπικού νουάρ επιστημονικής φαντασίας του Ridley Scott, βασισμένου σε μια ιστορία του ‘πάπα’ του είδους, Philip K. Dick, Blade Runner, οι περισσότεροι/ες είχαν δικαιολογημένες επιφυλάξεις. Όταν ο Harrison Ford, ο οποίος επιστρατεύτηκε από νωρίς, δήλωσε ότι επρόκειτο για ένα από τα καλύτερα σενάρια που έχει διαβάσει, κάποιες από τις ανησυχίες κάλμαραν. Όταν ανέλαβε τα σκηνοθετικά ηνία ο Denis Villeneuve, ίσως ο καλύτερος σκηνοθέτης της γενιάς του, κάποιος που φαίνεται ότι, όπως είναι η αγγλική έκφραση ‘can do no wrong’ (βλ. Prisoners, Incendies, Sicario, Arrival), τα πράγματα φάνηκαν να έχουν πάρει το δρόμο τους.

Και πράγματι, το τελικό προϊόν όχι μόνο δεν απογοητεύει, αλλά αν μη τι άλλο εντυπωσιάζει όσο και το ορίτζιναλ. Αν και ακολουθεί την πεπατημένη όσον αφορά τη νουάρ φόρμα, στιλ, και αφήγηση a la Raymond Chandler που είχε υιοθετήσει και ο Scott για να πει την ιστορία του, και αν και βασικά ανακατεύει την τράπουλα με τα θέματα του προκατόχου του, το κάνει με μαεστρικό τρόπο. Πιο επικό (και σε διάρκεια), αλλά ταυτόχρονα προσωπικό, το Blade Runner 2049 είναι ένα σχεδόν art house blockbuster με καρδιά, και όχι τεχνητή νοημοσύνη, ή πομπώδεις εξυπνακισμούς τύπου Nolan.

Όπως και το φιλμ του Scott, το σήκουελ του Villeneuve είναι και αυτό ένα υπερκείμενο (hypertext), γεμάτο από homages και διακειμενικές αναφορές στον Tarkovsky, την ιστορία του Πινόκιο (που ήθελε να γίνει αληθινό αγόρι), στη Δίκη του Κάφκα (ο πρωταγωνιστής λέγεται Κ), τον Nabokov, το THX 1138, τον Kubrick, και φυσικά στο ίδιο το κείμενο του Scott, ανακαλώντας την ατμόσφαιρα και την αισθητική του, και κάνοντας ακόμα εμφανείς νύξεις στο μουσικό θέμα, χωρίς ωστόσο να υποδουλώνεται ή να εγκλωβίζεται σε αυτά, χωρίς να είναι μια άψυχη ρέπλικα.

Φαινομενικά ακολουθώντας μια δημοφιλή πλοκή του κλασικού νουάρ, που θέλει τον ντετέκτιβ (ένας cool Ryan Gosling) να ακολουθεί, ως Οιδιπόδειος ήρωας, τα ίχνη κάποιου που μπορεί να είναι ο ίδιος χωρίς να το γνωρίζει [δεν πρόκειται για σπόιλερ, διότι θα δείτε αν είναι όντως], κάτι που σίγουρα στην πορεία θα τον κάνει να αμφισβητήσει την ίδια του την ταυτότητα, το φιλμ εμβαθύνει στις φιλοσοφικές θεματικές του ορίτζιναλ (τί είναι αυτό που μάς καθιστά ανθρώπους; Πώς ξεχωρίζει κανείς ένα ανθρώπινο ον από ένα ανδροειδές, το πρωτότυπο από το αντίγραφο, ή το αντίγραφο του αντίγραφου;). Ενίοτε μοιάζει να σου δίνει πιο ‘μασημένες’ απαντήσεις από την ταινία του Scott, ωστόσο έξυπνα αφήνει το κεντρικό αίνιγμα του προηγούμενου φιλμ (είναι ο Deckard ρέπλικα ; ) αναπάντητο.

Ο σχεδόν ανέκφραστος, κάπως μάτσο, και στωικός υπαρξιακός ντετέκτιβ του Gosling (μια διασταύρωση του χαρακτήρα του στο Drive, της αβίαστα χαρισματικής παρουσίας του στο La La Land, μαζί με κάτι από Delon στο Le Samurai) περιστοιχίζεται από χαρακτήρες που σταδιακά τον κάνουν να φαίνεται όλο και περισσότερο ανθρώπινος: η ολογραφική ερωμένη (Ana de Armas) που μοιάζει φυσική συνέχεια εκείνης του Her του Spike Jonze, και έχει τη ζεστασιά που λείπει από τον χαρακτήρα της Robin Wright (στο ρόλο της αρχιμπατσίνας-αφεντικού του Κ στην οποία δίνει αναφορά), η παλιά ρέπλικα με τη μορφή του Dave Bautista, συγκινητικός όταν λέει στην αρχή της ταινίας στον Κ ότι συμπεριφέρεται έτσι γιατί ‘’δεν έχει δει ένα θαύμα’’, και φυσικά ο ίδιος ο χαρακτήρας του Ford, με το ανεμοδαρμένο πρόσωπο και τα vintage μουσικά γούστα που ζει ως ερημίτης ανάμεσα σε φαντάσματα με μόνη συντροφιά έναν σκύλο, ή ο χαρακτήρας που ερμηνεύει, σχεδόν κλέβοντας την παράσταση, η Carla Juri, υπεύθυνη για να εμφυτεύει αναμνήσεις για χάρη του μεγαλομανούς κορπορατικού CEO-εφευρέτη- ζεν μάστερ με σύνδρομο Θεού (εκεί που ο Elon Musk συναντά τον Ernst Stavro Blofeld), Wallace (ο Jared Leto σε έναν ρόλο που προοριζόταν για τον μακαρίτη David Bowie). Ερμηνευτικά αδύναμος κρίκος και παραφωνία η Sylvia Hoeks που δεν ακουμπάει ούτε το μικρό δαχτυλάκι του Rutger Hauer στο ορίτζιναλ. Πώς της ανατέθηκε ένας τόσο σημαντικός ρόλος είναι σχεδόν ακατανόητο.

Ο Roger Deakins πάλι, ένας ανυπέρβλητος μάστερ κινηματογραφιστής, χαρτογραφεί εδώ ένα μνημειώδες τοπίο αστικής αποξένωσης, με φώτα νεον και αιθαλομίχλη, αλλά και ερήμων στο χρώμα της ώχρας, με διάσπαρτα γιγαντιαία αγάλματα. Πρόκειται σαφέστατα για επίτευγμα που θα εκπλαγούμε αν δεν βραβευτεί με αγαλματίδιο από την Ακαδημία.

Ο δε Hans Zimmer ντύνει εντυπωσιακά με τους γνωστούς μίνιμαλ ηχητικούς μαιάνδρους και παλίνδρομα του τη βιομηχανική χωματερή που γεμίζει την οθόνη, μια πραγματική επίθεση σε όλες τις αισθήσεις του θεατή, ανάλογη της οποίας μπορεί φέτος να βρει κανείς μόνο στο Dunkirk.

Δεν λείπει η πολιτική αλληγορία της υποπλοκής με τις ρέπλικες-σκλάβους να δουλεύουν μέσα σε αυτά που σήμερα θα περιγράφαμε ως sweatshops, σε συνθήκες όχι χειρότερες από εκείνες που εργάζονται παιδιά στον Τρίτο και Τέταρτο Κόσμο, συναρμολογώντας smartphones.

Ωστόσο, ακριβώς όπως το παλιό, έτσι και το νέο Blade Runner είναι πρώτα από όλα μια ταινία για το ίδιο το σινεμά, και για τα όμορφα, στοιχειωτικά ‘ηλεκτρικά όνειρα’ με τα οποία εποικίζει το φαντασιακό, και κάνει hijack το ασυνείδητό μας. Μια ταινία για τις κινηματογραφικές ή άλλες αναμνήσεις μας που μπορεί ή όχι να είναι αληθινές (για τις αναμνήσεις των αναμνήσεων, δηλαδή για φαντάσματα), αλλά που έτσι κι αλλιώς τις φυλάμε ως πολύτιμες, ακόμα κι αν αναπόφευκτα χαθούν ‘’σαν δάκρυα στη[ν όξινη] βροχή’’, εκτός αν μέχρι το 2049 ανακαλυφθεί κάποιος τρόπος να τις κρατάμε για πάντα ζωντανές [όχι, τα facebook memories δεν μετράνε]. Αλλά είναι άραγε αυτό κάτι που πραγματικά θα θέλαμε; Από το ‘σκέφτομαι άρα υπάρχω’ του Ντεκαρτ, η ταινία του Villeneuve επικεντρώνει στο ‘πονάω άρα υπάρχω’.  Ένα από τα μηνύματα του Blade Runner, του παλιού, του καινούργιου, και της ιστορίας του Dick, είναι ότι ο ίδιος ο πόνος που συνοδεύει τις αναμνήσεις είναι τελικά και αυτός που μας καθιστά ανθρώπους. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο πόνος αυτός μπορεί να είναι απατηλός, όπως και οι επιθυμίες. Η ριζοσπαστική απάντηση του Villeneuve (και του σεναριογράφου του, Hampton Fancher, που συν-έγραψε το σενάριο και της ταινίας του Scott, ο οποίος εδώ εκτελεί χρέη παραγωγού) σε αυτή την περίπτωση φαίνεται να είναι: δεν έχει πραγματικά σημασία, από τη στιγμή που είσαι διατεθειμένος να πεθάνεις για αυτά, για σένα είναι πραγματικά.

Βαθμολογία: Λίγο παρακάτω από 5/5

Ευχαριστούμε τον κιν/φο Όσκαρ για τη φιλοξενία

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Νικήτας Φεσσάς

Ο Νικήτας γεννήθηκε στην Αθήνα, τέλειωσε το Πάντειο, και άρχισε να γράφει (κυρίως) πολιτισμική κριτική για διάφορα έντυπα. Εσχάτως προσπαθεί να ολοκληρώσει και το διδακτορικό του πάνω στον ελληνικό κινηματογράφο.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

14 + fifteen =

Simple Share Buttons