Barfly – by Nikos LeFou Pierrot Ziakas

0

n

Οι άνθρωποι. Μια κινούμενη οχλαβοή απο σφιχτοκωλιασμένα “θέλω”
κρύβονται σε βρεγμένα
νυχτερινά εσώρουχα
το πρωι βγάζουν το άχτι τους ο ένας στον άλλον
αν ήσουν σε αυτο το λεωφορείο
θα έβλεπες ενα χαρούμενο σφαγείο
να κάθονται σιωπηλοί
εν δυνάμει δολοφόνοι
οι πόρτες ξερνάνε πτώματα
στάση στάση
ενα νεκροτομείο εν κινήσει
κατέβηκα κι εγώ
όλοι είδαν ένα λεωφορείο να φεύγει
ευχήθηκα να φλέγεται μέχρι να τρακάρει
εσυ μου λες πως θέλεις να ξεχωρίσεις ανάμεσα τους κάνοντας ακριβως τα ίδια
κι εγώ το “λίγο” σου
το κάνω άσπρο πάτο
οι άνθρωποι έχουν σκουριασμένα χνώτα
οι λέξεις ξεγοφιασμένες κάνουν πρόστυχο νυχτοκάματο
στα χείλη σου
ίδιες και πολυκαιρισμένες
δικαιολογίες για τρεις μπύρες
κι ένα κανούριο φονικό
συνήθως όλα ξεκινάνε μ ένα χαμόγελο
και τελειώνουν γρήγορα γρήγορα
πρόχειρα
όπως όπως
όπου βρουν μπροστά τους
η νύχτα δεν φτιάχνει πια ιστορίες
μόνο δυστυχήματα που συναντιούνται τυχαία
η Κόλαση βλέπεις είναι εδώ
κι έχει χιλιάδες πρόσωπα
έχει κάτι απο πνιγμό
κάτι απο χιλιόμετρα στη λάσπη
σε δρόμο προσφυγικό
έχει τον Θεοφίλου φυλακή
κι όσους μάθανε το αλφάβητο ανάποδα
απο το Ω ως το Α που κυκλώσαν
έχει μεσάνυχτα πάντα κι ένα ρολόι τσακισμένο να ουρλιάζει
πως έχασε χρόνο
οι Θεοί τους είναι σε πόλεμο
ή κάνουν μπίζνες
πες το όπως θες
το ίδιο κάνει
η Κόλαση είναι εδώ
ούτως ή αλλως
κάνει περατζάδες στο ποτήρι μου
ζητάει ένα τελευταίο
μα δεν προλαβαίνει
Κρίμα!
Κι είχα ένα ποιημα στη γλώσσα
που έγινε αστείο
Τί περιμένεις ρε ;
Γέλα!

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

five − two =

Simple Share Buttons