Αξίες και αρχές της πρόληψης

1

Συλλογικό*

Οι προηγούμενες δεκαετίες ιστορίας της ελληνικής κοινωνίας χρειάζεται να ιδωθούν και ως εποχή βαρειών πληγμάτων σε παραδοσιακά «οχυρά» της τής αλληλεγγύης, της συλλογικότητας, της συνεργασίας και της αυτοργάνωσης, τα οποία κατάφεραν οι υποσχέσεις ενός «θαυμαστού καινούριου κόσμου» βασισμένου στην εξατομίκευση και τον οικονομισμό (Κονδύλης, Π., 2007: 1995). Παράλληλα, όπως δείχνουν οι αυθόρμητες απαντήσεις που επιχειρήθηκαν στην περίοδο όξυνσης της κρίσης, τα πλήγματα δεν επέφεραν κατάρρευση. Τα «οχυρά» συνεχίζουν να αποτελούν πηγή έμπνευσης -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητής- νέων τρόπων συλλογικών συγκροτήσεων και ενεργειών, όπως λ.χ. τα κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά φροντιστήρια, εναλλακτικά δίκτυα ανταλλαγής, πολιτιστικοί σύλλογοι γειτονιάς κ.ά. Ένα σημαντικό έργο των λειτουργών πρόληψης πρέπει και μπορεί να είναι η συμβολή στην ενίσχυση των υπαρχόντων δεσμών και δικτύων, στην κινητοποίηση και συνένωσή τους ή στη δημιουργία τους, όπου δεν υπάρχουν.

Συμπληρώνοντας 20 χρόνια λειτουργίας, τα Κέντρα Πρόληψης (εφ’ εξής ΚΠ) οφείλουν να έχουν ως κύριο στόχο την ενεργοποίηση στην κατεύθυνση της συν-δημιουργίας ενός κοινωνικού μετώπου αντίστασης απέναντι στα φαινόμενα κοινωνικής αποδιοργάνωσης, διάλυσης δεσμών και σχέσεων, όχι μέσα από προβληματικές, δυσλειτουργικές αναβιώσεις, αλλά μέσα από νέες, σύγχρονες, πρωτότυπες συνθέσεις, θετικές προτάσεις και βιώσιμες πρακτικές. Η τέτοια ζητούμενη συμβολή των ΚΠ περνά και από φρέσκες προτάσεις στο επίπεδο των ιδεών, με ειλικρινά κριτικό-αναστοχαστικό πνεύμα, που θα αφορά μεν την πρόληψη και την εν γένει αντιμετώπιση της εξάρτησης, αλλά κυρίως θα βρίσκει σε αυτό νόημα η κοινωνία κατά το δυνατό συνολικά.

Η κωδικοποίηση των βάσεων αυτής της ζητούμενης πορείας θεωρούμε ότι μπορεί να εξυπηρετηθεί στη βάση των αξιών και αρχών πρόληψης, που θα χαρακτηρίζουν έναν νέο, ενιαίο και αυτόνομο φορέα των ΚΠ.

Κάθε άνθρωπος και κάθε συλλογικότητα, προκειμένου να ανταποκριθεί στους όρους της καθημερινότητάς του/της, αντλεί από συστήματα αρχών και αξιών. Στις αρχές και αξίες συμπεριλαμβάνονται ηθικοί κανόνες, εμπειρικές γνώσεις, επιστημονικά δεδομένα, αναπαραστάσεις, προκαταλήψεις κλπ. Σε αυτές αναζητούνται -λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, αλλά αδιάλειπτα- «αλήθειες», με τις οποίες κάθε υποκείμενο συνδέεται με τον περιβάλλοντα κόσμο σε όλες τις εκδοχές του, σκέφτεται γύρω από αυτόν και «νομιμοποιεί» τη δράση του μέσα σε αυτόν.

Αξίες της Πρόληψης

Οι αξίες αφορούν πεποιθήσεις και ιδέες, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από το εάν είναι «αληθείς» ή «ψευδείς» -με παραδοσιακούς όρους «σκληρών»/φυσικών επιστημών- όσο από το ότι είναι βαθειές και καθοριστικές για τις στάσεις και τις συμπεριφορές του υποκειμένου, καθώς γεννιούνται στην πολλαπλή συνάντηση υποκειμενικών εμπειριών με τις ιστορικές εμπειρίες συλλογικοτήτων: της οικογένειας, του θρησκευτικού δόγματος, της εθνοτικής ομάδας, του επιστημονικού κλάδου κ.ο.κ. Στην περίπτωση των Κ.Π., λοιπόν, οι αξίες της πρόληψης αφορούν αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως συνάντηση εμπειριών στον ελλαδικό ιστορικό-πολιτισμικό χώρο, με επίκεντρο τα περιεχόμενα των εννοιών άνθρωπος και κοινότητα. Με αυτά ειπωμένα, μπορούμε να επιχειρήσουμε την παρακάτω κωδικοποίηση αξιών της πρόληψης:

  • Σε κάθε άνθρωπο και κάθε κοινότητα αξίζει ζωή με αξιοπρέπεια.
  • Ο άνθρωπος δεν είναι απομονωμένο ή αυτάρκες «άτομο» ούτε η κοινότητα συγχώνευση ή άθροισμα ανθρώπων.
  • Δουλειά με τον άνθρωπο είναι η δουλειά με την κοινότητα και αντιστρόφως, εφ’ όσον οι δύο «φορές» παρεμβάσεων πρόληψης αναπτύσσονται μαζί και σε ενιαίο πνεύμα.
  • Η ενότητα κοινότητας-ανθρώπου έγκειται κυρίως σε σχέσεις, στη συγκρότηση και εμβάθυνση των οποίων χρειάζεται να συμβάλει κάθε παρέμβαση πρόληψης.
  • Η πρόληψη είναι πρώτιστα συγκρότηση σχέσης και δευτερευόντως παροχή υπηρεσίας.
  • Κατά συνέπεια, στην πρόληψη ως πεδίο παρέμβασης δεν χωρούν «στελέχη», παρά μονάχα λειτουργοί.
  • Κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει τα πάντα, κανένας άνθρωπος δεν αγνοεί τα πάντα. Όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν κάτι και αγνοούν κάτι. Άρα όλοι μπορούν να μάθουν, ο ένας από τον άλλον.
  • Η πρόληψη γίνεται με τα μέλη της κοινότητας και όχι προς τα μέλη της κοινότητας, δηλαδή χρειάζεται να επιδιώκεται και διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή τους σε όλα τα στάδια μιας παρέμβασης που τους/τις αφορά.
  • Οι λειτουργοί πρόληψης διευκολύνουν την οικοδόμηση αυθεντικών συνδέσεων μεταξύ των μελών της κοινότητας, που εθελοντικά συμμετέχουν στις παρεμβάσεις τους: δεν μπορούν να τις επιβάλουν, ως διδασκαλία από καθέδρας, και δεν είναι αυτός ο ρόλος τους.
  • Απώτερος στόχος της πρόληψης, σε κάθε στάδιό της (έρευνα, σχεδιασμός, υλοποίηση, αξιολόγηση, διάχυση), είναι η ενδυνάμωση και η προαγωγή της ποιότητας ζωής των μελών της κοινότητας, με την παράλληλη ανάδυση της αυτονομίας τους και της συνείδησης του συνανήκειν.
  • Οι λειτουργοί πρόληψης δεν είναι απαλλαγμένοι/ες από αναπαραστάσεις, προκαταλήψεις κ.λπ., ζήτημα που καλεί σε διαρκή επαγρύπνηση, αυτοκριτική και αναστοχαστική διάθεση: ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα αντιφάσεις ανάμεσα σε ό,τι εκφωνείται και ό,τι πράττεται, και να μην γιγαντώνονται αυτές – δηλαδή ώστε να εξυπηρετείται όντως η συμβολή στην προαγωγή των όρων ζωής της κοινότητας και των μελών της.

Αρχές της Πρόληψης

Δίπλα στις αξίες, οι αρχές αφορούν «αλήθειες» περισσότερο λογικά επεξεργασμένες, με «υλικό» τους εμπειρίες, γνώσεις αλλά και αξίες. Η «αλήθεια» τους, λίγο «πλησιέστερη» σε ό,τι ορίζουν ως τέτοια οι «σκληρές επιστήμες», έχει κάποια ισχύ μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Με δεδομένο αυτό, θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση αρχών στη βάση -και με τη γλώσσα- των κυρίαρχων προτάσεων του «χώρου» της πρόληψης των εξαρτήσεων, σύμφωνα με τις οποίες οι προληπτικές παρεμβάσεις οφείλουν:

  • Να συμβάλουν στην ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων και στην αντιμετώπιση των επιβαρυντικών παραγόντων, που συνδέονται με τις εξαρτητικές συμπεριφορές.
  • Να μην περιορίζονται στις παράνομες ουσίες, εντάσσοντας στο πεδίο τους την προβληματική χρήση νόμιμα διατιθέμενων ουσιών αλλά και των λεγόμενων «νέων εξαρτήσεων» (τζόγος, διαδίκτυο, προϊόντα τεχνολογίας κ.λπ.).
  • Να πλαισιώνονται από σαφώς διατυπωμένες και τεκμηριωμένες θεωρητικές υποθέσεις.
  • Να προσαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες των συμμετεχόντων.
  • Να βασίζονται σε διαδραστικές μεθόδους, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή.
  • Να έχουν συγκεκριμένους, χρονικά προσδιορισμένους ειδικούς στόχους.
  • Να περιλαμβάνουν στον σχεδιασμό τους την αξιολόγηση για κάθε ειδικό στόχο (EMCDDA, 2010).

Οι αρχές, ωστόσο, όπως μόλις τις παραθέσαμε, δεν είναι παρά οι πλησιέστερες στις «επισήμως αποδεκτές» των εγχειριδίων. Αυτό από μόνο του δεν τις καθιστά ορθές, αφού παραμένουν αρχές. Στη συνέχεια, λοιπόν, επιχειρούμε τουλάχιστον να τις διευρύνουμε, στη βάση της πολυετούς εμπειρίας μας ως εργαζόμενοι/ες στο πεδίο της πρόληψης, στο ιστορικό πλαίσιο εξέλιξής του και στην αναμέτρησή του με τις τρέχουσες συνθήκες στην Ελλάδα, πάντοτε δε στην καρδιά ενός οράματος κοινοτικού και μαζί ανθρωποκεντρικού, δηλαδή μη-τεχνοκρατικού:

  • Όποια κι αν είναι η επιμέρους οπτική, προσέγγιση, μέθοδος ή εργαλείο μιας παρέμβασης, σημείο σύγκλισης και τελικός στόχος όλων είναι η συμβολή στη δημιουργία θετικών αλλαγών στην κοινότητα.
  • Στον βαθμό που οι σχέσεις εμπεριέχουν παροχή υπηρεσιών, η δικαιοσύνη ως προς την παροχή τους δεν συνίσταται στο να διατίθεται σε όλους/ες το ίδιο, αλλά στο να διατίθεται σε καθέναν/μιά αυτό που έχει ανάγκη. Η αρχή αυτή δεν μεταφράζεται σε μια άστοχη μετατόπιση από την πρωτογενή και την καθολική πρόληψη σε άλλα επίπεδα. Αντιθέτως, αφορά την πρόνοια ώστε, μέσα από την ενίσχυση των παρεμβάσεων  πρωτογενούς και καθολικής πρόληψης, να αμβλύνεται η εκμετάλλευση των λιγότερο ισχυρών μιας κοινότητας από όσους/ες κατέχουν ισχύ, πόρους κ.λπ. – δηλαδή μεταφράζεται σε συμβολή στην άμβλυνση των ανισοτήτων, ως προστατευτικού παράγοντα της κοινότητας ως όλον.
  • Οι παρεμβάσεις πρόληψης χρειάζεται να έχουν αποτέλεσμα, το οποίο όμως συνίσταται στην ενεργοποίηση μελών της κοινότητας και για το οποίο, συνεπώς, απαιτείται χρόνος. Χρόνος που μετρά από την πρώτη επαφή με την κοινότητα και τον από κοινού σχεδιασμό μιας παρέμβασης και τη σύσταση μιας ομάδας, που δεν πρέπει να υποβαθμίζεται συμπιεσμένη σε χρόνους «ποσοτικοποίησης».
  • Οι επιμέρους δραστηριότητες της πρωτογενούς πρόληψης και της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας συναποτελούν ένα οργανωμένο σύνολο, συγκροτούν μια ολότητα πολυεπίπεδη και πολυεστιακή. Οι ασύνδετες, αποσπασματικές και μονοδιάστατες παρεμβάσεις οδηγούν συχνά στην αναποτελεσματικότητα, στην αλληλοεπικάλυψη και την άσκοπη εκδαπάνιση δυνάμεων και πόρων.
  • Η ενημέρωση είναι πτυχή της πρόληψης˙ δεν συνιστά την πρόληψη˙ και σίγουρα δεν αρκεί.
  • Η καλλιέργεια προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων είναι πτυχή της πρόληψης˙ δεν συνιστά την πρόληψη˙ και σίγουρα δεν αρκεί.
  • Επομένως, τεκμηριωμένα δεν μπορεί αφ’ ενός η Πολιτεία να ζητά από την πρόληψη «αριθμούς», αφ’ ετέρου οι λειτουργοί πρόληψης να επικαλούνται πως δεν έχουν επιλογή άλλη από αυτήν της «συμμόρφωσης» στο αίτημα αυτό, δηλαδή της αναίρεσης του ρόλου τους.
  • Η αξιολόγηση από τους/τις λειτουργούς πρόληψης και τα μέλη της κοινότητας που συμμετέχουν σε μια παρέμβαση καθίσταται απολύτως χρήσιμη, ως δημοκρατικό μέσο βελτίωσης της καταβαλλόμενης προσπάθειας και της αποτελεσματικότητάς της.
  • Οι στόχοι χρειάζεται να είναι υψηλοί, την ίδια στιγμή που χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς ως προς τα όρια των δυνατοτήτων μας. Οι μετατοπίσεις στην κοινότητα δεν επέρχονται μέσα από διακηρύξεις, αλλά μέσα από την καθημερινή προσπάθεια σε συγκεκριμένες συνθήκες, προκειμένου ορισμένες από αυτές να ενισχυθούν, ορισμένες να αλλάξουν θετικά, πάντοτε με τη συμμετοχή των μελών της κοινότητας.
  • Όταν οι άνθρωποι προσεγγίζονται με σεβασμό, κατά κανόνα ανταποδίδουν τον σεβασμό. Όταν τους δοθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις και τις εμπειρίες τους, τότε κατά κανόνα το κάνουν και, ακόμη, κατανοούν τις απόψεις και εμπειρίες των άλλων. Έτσι, προθυμοποιούνται να συμμετέχουν, να ενεργήσουν, να βοηθήσουν και να βοηθηθούν.
  • Η πρόληψη χρειάζεται ηγεσίες, οι οποίες όμως δεν πρέπει να αναζητούνται στους/στις λειτουργούς πρόληψης, αλλά στα μέλη της κοινότητας, τόσο για λόγους δικαιοσύνης όσο και για λόγους αποτελεσματικότητας και συνέχειας.
  • Οι παρεμβάσεις στην κοινότητα γίνονται προκειμένου να έχουν συνέχεια, αλλά και να μπορούν να επαναληφθούν με άλλες ομάδες, στην ίδια ή σε άλλη κοινότητα, αφού ληφθούν υπ’ όψη οι σχετικές ιδιαιτερότητες. Μια παρέμβαση πρόληψης δεν ολοκληρώνεται ή «πετυχαίνει» με την άφιξή της στον προγραμματισμένο στόχο. Αντιθέτως, χρειάζεται να φροντίζει για τη διατήρηση, εξέλιξη και διάδοση του παραγόμενου θετικού αποτελέσματος (λ.χ. της δημιουργίας ενός πολιτιστικού συλλόγου, της δικτύωσης μεταξύ συλλόγων γονέων, της πρωτοβουλίας μαθητών ενάντια στη βία κ.ο.κ.).
  • Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις αρχές αυτές, καθώς και τις αξίες μας -τελικά, το όραμά μας-, μέσα στην επίπονη πρακτική προσπάθεια και τις δυσκολίες της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Κονδύλης, Π. (2007: 1995). Η παρακμή του αστικού πολιτισμού: Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο.

– European Monitoring Centre for Drugs and Drug Addiction (EMCDDA) (2010). EMCDDA Manuals No 4: Prevention and Evaluation Resources Kit (PERK). Luxembourg: Publications Office of the EU.

* Απόσπασμα από το Κεφάλαιο Ε΄ του συλλογικού έργου του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας: «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης. Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις» (Νοέμβριος 2016, διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html).

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

1 Comment

  1. Pingback: Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης

Αφήστε Ένα Σχόλιο

19 − 15 =

Simple Share Buttons