Άρθουρ Μίλλερ, ο θάνατος των εμποράκων

0

Από τον Γιάννη Δημογιάννη

Κατά την προσφιλή μου ρήση, στην Ελληνική ενδοχώρα, η ανάκληση της μνήμης, της ζωής ή του έργου κάποιου σημαίνοντος ανθρώπου, συνήθως διαρκεί 3 μέρες, άντε 5, αν το θαύμα είναι το μεγάλο… Υπ’ αυτήν την έννοια, πέρασαν ήδη τα τρίμερα από το θάνατο του Άρθουρ Μίλλερ, οπότε το χρέος μας, σαν ανακυκλωτές επετείων, έχει προφανώς εκπληρωθεί. Η πρόκληση, βέβαια, αφορά αν, και κατά πόσο ενδιαφερθήκαμε σε άλλη μία επέτειο «αφύπνισης μέσω της τέχνης», ν’ αφομοιώσουμε την πολυσχιδή παρακαταθήκη των μηνυμάτων που κληροδότησε, εν προκειμένω, η θεματογραφία του επιφανούς δραματουργού. Γιατί σε 25 τουλάχιστον θεατρικά, άσε τα υπόλοιπα είδη, σίγουρα θα υπάρχουν «αντίδοτα» – γόνιμα, δηλαδή, ερεθίσματα, που σκιαγραφούν ανάγλυφα την επελαύνουσα, οικονομική, ηθική και διανοητική κρίση. Χρήσιμες, με άλλα λόγια, αναφορές στις πολλαπλές αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου, δη σ’ ένα κρίσιμο, ιστορικό μεταίχμιο (βλ. Trump, καθίζηση της Ε.Ε, Brexit κ.ο.κ). Κοντολογίς, μπορούμε να ιχνηλατήσουμε εκ νέου, το πλέγμα, που εμπεριέχει το γενικευμένο τέλμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Για τα ψυχικά ράκη του Δυτικού πολιτισμού. Για ζωές αδικαίωτες, καθημαγμένες και λιμοκτονούσες. Για όνειρα ματαιωμένα, και υποκείμενα που ενταφιάστηκαν να λαθροβιούν σε υπαρξιακό λαβύρινθο! Συνοψίζοντας, άνθρωποι σκιές και κοινωνίες μετέωρες και ανερμάτιστες.

Ιδίως, όποτε διασχίζω την πόλη μου, αντικρίζοντας τα σάβανα των εμπορικών καταστημάτων, διαρκώς ανατρέχω σ’ αυτό τον καμβά. Στην ερεβώδη, εν πολλοίς, νύχτα του πλέον αδηφάγου καπιταλισμού, που προσφάτως εμφώλευσε και στον τόπο μας, παγώνοντας απροειδοποίητα τις ανάσες μας. Γι’ αυτό, κι όταν ψυχανεμίζομαι στις στοιχειωμένες βιτρίνες των καταστημάτων να αιωρούνται τα φαντάσματα των προδομένων εμποράκων – όλων εκείνων που ναυάγησαν σε τούτο τον κατακλυσμό – σχεδόν μονίμως ανακαλώ στερεότυπα, το ίδιο έργο του Μίλλερ. Μόνο που, στην Ελληνική εκδοχή του θεατρικού, «Ο θάνατος του εμποράκου» δεν προβάλλει σαν μεμονωμένο, προσωπικό δράμα, αλλά σα γενικευμένη επιδημία, που έχει κατασπαράξει κυριολεκτικά μία κοινωνία. Και κάπου εδώ έγκειται η επικαιρότητα, και συνάμα η διαχρονικότητα του έργου. Γιατί, ο Γουίλλυ Λόμαν δεν είναι απλά ένας τυχαίος πρωταγωνιστής της παράστασης, αλλά μία αρχετυπική, κατ’ εμέ, περσόνα, πίσω από την οποία διακρίνουμε κι αναρίθμητους άλλους, σύγχρονους εμποράκους. Το θέμα είναι πως, δίπλα στον πατέρα Γουίλλυ Λόμαν – για πολλούς, ο θεατρικός εμποράκος είναι λανθάνων καθρέφτης του χρεωκοπημένου πατέρα του Άρθουρ Μίλλερ – διακρίνουμε και τα υπόλοιπα, καθηλωμένα μέλη της οικογένειάς του ∙ γυναίκα και δύο γιοί. Μία οικογένεια, καθολικά παρασυρμένη από την επίπλαστη σαγήνη του Αμερικάνου ονείρου, δύο γενιές ανθρώπων, που βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με τους ναυαγισμένους θησαυρούς της ζωής τους. Εξάλλου, σε μία εποχή, όπου η παγκοσμιοποιημένη οικονομία έχει συμπαρασύρει στη δίνη της, γενιές ανδρείκελων, ο δραματουργικός λόγος του Άρθουρ Μίλλερ αποδεικνύεται οξυδερκής και προφητικός, εν έτει, μάλιστα, 1949. Απέναντι, λοιπόν, σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, που στοιβάζονται στις πολυάριθμες στρατιές των απόκληρων, επειδή επένδυσαν ατυχώς σε όνειρα – «φούσκες» (κατά τη χρηματιστηριακή ορολογία), ο λόγος του αλληλέγγυου γείτονα Τσάρλι, κατά τη διάρκεια της κηδείας του Γουίλλυ, λειτουργεί σαν ένα διεισδυτικό φυχογράφημα: «…Ο Γουίλλυ ήταν εμποράκος, πλασιέ. Και για έναν πλασιέ δεν υπάρχουν δυσκολίες στη ζωή. Δεν είναι φοβερά έξυπνος, δεν είναι φοβερά μορφωμένος. Είναι άνθρωπος που τριγυρνάει συνέχεια με μόνα όπλα το χαμόγελό του και τα γυαλισμένα του παπούτσια. Και όταν οι πελάτες αρχίζουν να μην του αποδίδουν το χαμόγελο – τότε έρχεται η συντέλεια του κόσμου… Κανένας δεν μπορεί να του ρίξει άδικο. Ένας περιπλανώμενος εμποράκος πρέπει να ονειρεύεται, παιδί μου – είναι μέρος της δουλειάς του…»

Ο «Θάνατος του εμποράκου» δεν αποτελεί, βεβαίως, το μοναδικό θεατρικό που αναδεικνύει τον Μίλλερ σε δεινό ψυχογράφο, και χαρισματικό κοινωνικό ανατόμο. Κάπως έτσι, όμως, επαληθεύονται τα λόγια του ποιητή, στις «Δοκιμές»: «ο δεσμός του ποιητή με την εποχή του δεν είναι ο διανοητικός ή και ο αισθηματικός που συνδέει τους ανθρώπους σε μία διαδήλωση, αλλά ένας ομφάλιος λώρος, όπως το έμβρυο με τη μητέρα, ένας δεσμός καθαρά βιολογικός. Είμαστε όλοι κληρωτοί της εποχής μας»

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 18.2.2017

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

19 − 16 =

Simple Share Buttons