Ο Λουμίλ ο Υγρός Λόρδος Και οι Αφανείς Ήρωες

0

Από τον Θανάση Ξένο

 

 

Καθώς διέσχιζε τον κάμπο των Βεγγαλικών για να φτάσει στους φίλους του, ο Λουμίλ συνέχιζε να σκέφτεται τις ιστορίες του παππού του.

Συλλογιόταν ειδικά τους Άργουπους, τόσο έντονα που νόμιζες ότι ξάφνου θα τους έβλεπε να πετούν στον Ουρανό του Μπαλόνου. Οι Άργουποι ήταν ιπτάμενα δρακόμορφα πλάσματα που από το δέρμα τους εκκρινόταν μια τοξική ουσία. Αυτή την ουσία όταν την εισέπνεες σχεδόν παρέλυες με αποτέλεσμα να κινείσαι πιο αργά και να γίνεσαι εύκολη λεία στα νύχια τους. Με τα χρόνια και αφού τα πλάσματα αυτά πέρασαν στη διάσταση του φανταστικού το μόνο που έμεινε να τα θυμίζει ήταν η έκφραση που συνήθιζαν να λένε στους αργοπορημένους πως “Πέτυχες Άργουπο στο δρόμο σου”.

Για λίγο όμως ξέχασε ήρωες και μυθικά πλάσματα και έφερε στη σκέψη του, όπως και κάθε φορά που διάβαινε το συγκεκριμένο μονοπάτι, τις βραδιές εκείνες της άνοιξης από τις οποίες είχε πάρει ο κάμπος το όνομα του.

Ο λόγος για αυτήν την ονομασία ήταν εκείνα τα λουλούδια που τα πέταλά τους έμοιαζαν με φεγγάρι λίγων ημερών. Καθώς οι άκρες των πετάλων έσμιγαν μεταξύ τους, σχημάτιζαν κατάλευκα σφαιρικά άνθη τα οποία φυλάκιζαν τον αέρα που περνούσε από μέσα τους και έτσι σηκώνονταν ψηλά από το έδαφος. Και τα λεπτά κλωνάρια τους, πράσινες ίνες από μετάξι, άφηναν ανέμελα τον άνεμο να παίζει μαζί τους. Ήταν τα μοναδικά σε ομορφιά μπαλονολούλουδα. Τις νύχτες της άνοιξης που τα μπαλονολούλουδα ήταν γεμάτα από πολύχρωμη γύρη τα έβλεπες συνέχεια να αλλάζουν χρώματα, το ένα μετά το άλλο ή και όλα μαζί σαν αμέτρητα λαμπιόνια υπαίθριας γιορτής, σαν πανηγύρι. Και όταν πια έφτανε η μέρα να ανοίξουν και να δώσουν ζωή σε νέα άνθη, απαλά αποκόπτονταν από τα κλωνάρια τους και ταξιδεύοντας στα σύννεφα έσκαγαν γεμίζοντας τον κάμπο με την πολύχρωμη γύρη τους. Έμοιαζε σαν να έβλεπες χιλιάδες βεγγαλικά να φωτίζουν τον ουρανό. Και έτσι λοιπόν πήρε το όνομά του τούτος ο κάμπος.

Ήταν δε κοινό μυστικό ότι ο τόπος αυτός επηρέαζε τον Λουμίλ και τον μάγευε όσο κανέναν άλλο. Ήταν και ο λόγος που σχεδόν καθυστερούσε κάθε φορά να πάει να συναντήσει τους φίλους του. Δεν τον κάκιζαν όμως για αυτή του τη μικρή ασυνέπεια. Γνώριζαν ότι ήταν ονειροπόλος και πως όταν περνούσε ανάμεσα από τα μπαλονολούλουδα, τα όνειρά του ζωντάνευαν και έπαιρναν μορφή οι πιο τρελές του σκέψεις.

Φτάνοντας λοιπόν στο σημείο συνάντησης για να ξεκινήσουν την αναζήτησή τους, βρήκε να τον περιμένουν μονάχα η Λόρα που άνηκε και εκείνη στην φυλή των Υγρών Λόρδων μαζί με τον Φουβιδέλο από το γένος των Τριβόμενων Αναρριχητών.

Οι Τριβόμενοι Αναρριχητές ήταν ξακουστοί για τον σβέλτο τρόπο που σκαρφάλωναν στα δέντρα και την ταχύτητα που ανέβαιναν τις πλαγιές λόφων και βουνών. Βλέπετε, τους βοηθούσαν πολύ η λεπτή φιγούρα τους και τα μακριά άκρα τους που τους επέτρεπαν να αναρριχούνται παντού με μεγάλη ευκολία. Μα σαν πλάσματα είναι λίγο τεμπέλικα, εξ ου και το παρατσούκλι τριβόμενοι, αφού η αγαπημένη τους ασχολία είναι να τρίβουν την πλάτη τους στους κορμούς δέντρων μέχρι να τους πάρει ο ύπνος.

Κοιτάζοντας με απορία και τους δυο αναρωτήθηκε που ήταν ο Μπόγκοτ, ο Κλειστός Γίγαντας, κάτι που του έκανε μεγάλη εντύπωση αφού ο Μπόγκοτ σε αντίθεση με τον ίδιο ήταν ο πιο συνεπής από όλους. Και πριν προλάβει να ρωτήσει, ο Φουβιδέλος πετάχτηκε και του εξήγησε πως στο δρόμο για τη συνάντηση που είχαν ο Μπόγκοτ πέτυχε τον Θούντουλο που ήταν από τις κάτω φυλές του Μπαλόνου, την φατρία των Ξεδοντιάρηδων Κοπτών. Από τη φύση τους κακοί και ζηλιάρηδες οι Κόπτες, πάντα προσπαθούσαν να πληγώνουν τα υπόλοιπα πλάσματα χωρίς αιτία πολλές φορές, μόνο και μόνο για να σπάνε πλάκα. Κόπτες ονομάστηκαν πριν πολλά πολλά χρόνια όταν παρά την αντίθεση όλων των φυλών έκοψαν χιλιάδες μπαλονολούλουδα προκειμένου να φτιάξουν έναν δρόμο που περιττός μονάχα ήταν.

Αυτό λοιπόν που έκανε τον Μπόγκοτ, να κρυφτεί, ήταν ένα περιπαικτικό σχόλιο του Θούντουλου πως ενώ οι Υγροί Λόρδοι και οι Τριβόμενοι Αναρριχητές είχαν περίσσια προσόντα, όπως παραδείγματος χάρη οι μεν να κολυμπάνε τάχιστα και οι δε να σκαρφαλώνουν γρήγορα, οι Κλειστοί Γίγαντες δεν ήταν σε τίποτα καλοί αφού ήταν ψηλοί και εύσωμοι χωρίς καμία χάρη στο περπάτημά τους και χωρίς κάποιο προφανές χάρισμα. Και ήταν τόσο μεγάλη η στεναχώρια του Μπόγκοτ, που έτρεξε με μιας να εξαφανιστεί πιστεύοντας ότι σε τίποτα δεν είναι καλός, άρα δεν έχει και νόημα να κάνει οτιδήποτε. Εξάλλου γι’ αυτό τους λέγανε και Κλειστούς καθώς δύσκολα ανοίγονταν και μιλούσαν στους άλλους. Δεν ήταν τυχαίο ότι πολλές φορές έμεναν μόνοι.

Φυσικά λόγω μεγέθους κανένα δέντρο δεν ήταν ικανό να κρύψει τον Μπόγκοτ και έτσι δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι να τον βρουν. Τελικά τον έπεισαν να κάτσει στην παρέα τους. Ο Λουμίλ τότε τους διηγήθηκε την ιστορία για το πως οι περισσότερες φυλές του Μπαλόνου κάτω από την καθοδήγηση των Γιγάντων κατάφεραν να ανθίσει ξανά το μέρος εκείνο που είχαν καταστρέψει οι Ξεδοντιάριδες Κόπτες. Τότε, παρά τον κλειστό χαρακτήρα τους βγήκαν μπροστά και με τη σοφία τους σκαρφίστηκαν ένα σχέδιο για να ξαναφυτρώσουν τα μπαλονολούλουδα. Μπορεί να μην είχαν κάποιο χάρισμα που να τους έκανε γρήγορους ή ικανούς σε κάποια δραστηριότητα αλλά ήταν σε όλους γνωστό ότι ήταν ιδιαίτερα έξυπνοι. Τη νύχτα λοιπόν που θα ήταν πιο έντονο το φαινόμενο της επικονίασης (ο Λουμίλ εξήγησε τη δύσκολη λέξη στους φίλους του, επικονίαση είναι  η διαδικασία μέσω της οποίας πραγματοποιείται η γονιμοποίηση στα φυτά) ζήτησαν από όλους να μαζευτούν στη μια άκρη του κάμπου και όλοι μαζί να φυσήξουν έτσι ώστε η γύρη να ταξιδέψει μέχρι την περιοχή που είχαν ισοπεδώσει οι Κόπτες. Και έτσι και έγινε. Η συμμετοχή ήταν καθολική, μαζεύτηκαν όλοι και παίρνοντας ταυτόχρονα βαθιά ανάσα άρχισαν να φυσάνε όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Ένα πολύχρωμο σεντόνι δημιουργήθηκε στον ουρανό και έκανε τη νύχτα μέρα. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η γη εκείνη έβγαλε ξανά ανθό. Έτσι, οι Κλειστοί Γίγαντες απέκτησαν τον σεβασμό όλων και στα δύσκολα ο καθένας ήξερε ότι θα ήταν πάντα εκεί για να βοηθήσουν όποιον είχε ανάγκη.

Κατάλαβε λοιπόν ο Μπόγκοτ πως με το δικό του τρόπο ο καθένας, όλοι μας είμαστε ικανοί στο να προσφέρουμε στην κοινωνία που ζούμε και φυσικά κανένας δε μπορεί να μας σταματάει από το να κάνουμε τα όνειρα μας πραγματικότητα. Κατάλαβαν επίσης όλοι πόσο σημαντική ήταν η κοινή προσπάθεια και πως όταν το σύνολο συνεργάζεται ο κόσμος μπορεί να γίνει μαγικός.
Επιτέλους όλοι βρήκαν με μιας ξανά τη χαμένη τους διάθεση. Συμφώνησαν λοιπόν να ξεκινήσουν άμεσα το ταξίδι τους καθώς δεν ήθελαν να τους βρει το βαθύ σκοτάδι της νύχτας μέσα στο Παραπονεμένο Δάσος. Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει και έτσι οι τέσσερις φίλοι ξεκίνησαν τον μακρύ δρόμο τους αφήνοντας πίσω τον κάμπο των Βεγγαλικών γεμάτο από χρώματα να φέγγει τα βήματά τους.

 

 

Θανάσης Ξένος, για το Νόστιμον ήμαρ

*Εικονογράφηση-σύλληψη ιδεών : Βάγια Παπαζήκου

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Παρέντη

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

nineteen − five =

Simple Share Buttons