3/12 : Ανάπηροι SOS

0

amea

Από τον Γιάννη Δημογιάννη

Πέρα από τους όποιους συμβολισμούς ενέχουν οι πάσης φύσεως επέτειοι, ποτέ μου δεν τις «χώνεψα». Πάντα άφηναν ένα αίσθημα δυσφορίας στο υπογάστριο, εκεί όπου εδράζουν, κατά τους Ανατολίτες σοφούς, τα αρνητικά συναισθήματα ∙ στην οργιώδη ενδοχώρα, που συνήθως βαλτώνουν τα ανθρώπινα απωθημένα, προτού διαχύσουν την τοξική τους αύρα, σ’ όλη την υπόστασή. Αυτό, βέβαια, που βαραίνει περισσότερο αρνητικά, στο αποτύπωμα των επετείων είναι κυρίως η ανθρώπινη υποκρισία! Αυτή η γνώριμη, φτιασιδωμένη φενάκη, προκειμένου να συγκαλυφθεί, ή έστω να ξορκιστεί κάπως, η αδιαφορία, για να μην πω η σκληρότητα των υπολοίπων 363 του χρόνου… Στήνουμε, άρα, πρόχειρα μία μέρα ταρατατζούμ, κι ύστερα τα κεφάλια μέσα.

Απ’ όλες τις επετείους, πάντως, η 3η του Δεκέμβρη – η μέρα που αφορά τα άτομα με αναπηρία, (ευαισθητοποιώντας μας, υποτίθεται, για τα χρόνια προβλήματα τους) – είναι, μάλλον, η πιο θλιβερή. Τουλάχιστον, για τα δεδομένα της χώρας μας. Και δε θέλει καν σοφία, για να κατανοήσει κάποιος καλοπροαίρετος τη σοβαρότητα ή την ένταση αυτής της θλίψης. Γιατί απλά, η απόγνωση των πασχόντων γεννιέται, θρέφεται και διαιωνίζεται εξ αιτίας μίας βαθιάς ριζωμένης προκατάληψης, που αναπαράγει το στιγματισμό, και την απαξίωση όσων συνανθρώπων ταλανίζονται από πνευματικές ή σωματικές αναπηρίες. Που πρακτικά σημαίνει πως πρώτα η ζωή, με τις απρόβλεπτες ανατροπές της, αλλά εν συνεχεία, οι συνάνθρωποι, με την αδικαιολόγητα «μη φιλική» τους στάση, σε κάνουν να νιώθεις υπόλογος για κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ, τα όρια, τις αντοχές ή και τις προθέσεις σου.

Κανείς, εξάλλου, «δεν τα ’βαλε ποτέ με τη Φύση, την Τύχη ή τον Θεό», όπως αρεσκόμαστε να διατυμπανίζουμε μπροστά στις «φουρτούνες», που μοιράζει αφειδώς η ζωή. Κανείς – μικρός ή μεγάλος, πλούσιος ή πένης, ευφυής ή ανεπίδεκτος – δεν επέλεξε παρόμοιο, ασήκωτο γραμμάτιο. Ούτε καν το φανταζόταν, πιθανώς ούτε καν το προσδοκούσε, σαφώς δεν το είχε προγραμματίσει ή προετοιμάσει, αλλά σίγουρα δεν το επιθυμούσε ∙ απεναντίας. Υποχρεώθηκε να το χωρέσει, να το υποστεί, και να το αντέξει αυτούσιο, όσα βασανιστικά προβλήματα κι αν εγκυμονεί. Υπακούοντας καταναγκαστικά στον αδήριτο νόμο της επιβίωσης, χωρίς την παραμικρή εναλλακτική επιλογή.

Επομένως, κρίνεται ως επιεικώς απάνθρωπο, μέχρι και αδικαιολόγητα τιμωρητικό, η κοινωνία να εκδικείται τον οποιοδήποτε, ιδίως κάποιον ανάπηρο, αποκλείοντας τον από μία φυσιολογική ζωή. Γιατί στην ουσία, ο αποκλεισμός των ΑΜΕΑ από μία φυσιολογική καθημερινότητα, δίχως εκπτώσεις ή στερήσεις, μόνο σαν εκδίκηση σε βάρος τους λειτουργεί, όπως κι αν χρυσώσουμε το χάπι… Κατά συνέπεια, αν θέλουμε η 3η του Δεκέμβρη να αποκτήσει νόημα, και κυρίως, απήχηση στις μάζες, θα πρέπει προηγουμένως να ξεριζωθεί αυτή η ανεπίτρεπτη προκατάληψη.

Το ζητούμενο, βέβαια, είναι – για να επικεντρωθούμε επειγόντως, σε μία προτεραιότητα της επετείου – πως χρειάζεται πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ποιοι πλήττονται βάναυσα από αυτή την τοξική προκατάληψη. Όμως, αυτό το «βάναυσα», έχουμε κάθε λόγο να το τονίσουμε. Και τούτο, διότι, αν αρχικά αποδεχτούμε την αδικία της συγκεκριμένης ρατσιστικής νοοτροπίας σε βάρος ενηλίκων, τότε πώς πρέπει ν’ αντιδράσουμε, όταν απέναντί μας υπάρχουν παιδικές ψυχές; Όταν, δηλαδή, αυτές οι άφθαρτες υπάρξεις γνωρίζουν το πιο ανάλγητο πρόσωπο του κόσμου, από το πρώτο κιόλας σκίρτημα, από τις πρώτες, κιόλας, ανάσες;

Η Αλήθεια, εδώ, όσο πικρή κι αν είναι, δε γνωρίζει την παραμικρή εξαίρεση. Τα παιδιά είναι οι πιο ευάλωτοι δέκτες, συχνά δε, τα πιο ευάλωτα θύματα αυτού του νοσηρού κατεστημένου, εφόσον, ως γνωστό, από την αναπηρία δεν αποκλείονται ούτε οι μικροί σπόροι… Όπως συμβαίνει αναπότρεπτα, με τον θάνατο, ή και με τους υπόλοιπους νόμους της Ζωής: κανείς δεν εξαιρείται, είτε ολικώς είτε μερικώς. Τα παιδιά, πάντως, πρέπει οπωσδήποτε να υποστηριχθούν πλήρως, όχι μονάχα από τη σκληρή εμπειρία της αναπηρίας (εξασφάλιση της αναγκαίας υποδομής), αλλά πρωτίστως από τις πράξεις κάποιων ενηλίκων, οι οποίοι – λυπάμαι που το λέω – δείχνουν, αν μη τι άλλο, ανεπαρκείς. Για να μην πω ανάπηροι ψυχικά, και «εκφυλιστεί» άσκοπα η λέξη, εξαιτίας της αστοχίας μας.

Αρκεί μονάχα, να μπεις για λίγο, στη θέση των ανάπηρων παιδιών, έστω και νοερά. Πώς θα ένιωθες, για παράδειγμα, αν αισθανόσουν μονίμως πάνω σου, ένα ζευγάρι μάτια να σε κοιτούν με οίκτο (η απουσία των ανάπηρων παιδιών από την καθημερινότητα των πόλεων είναι καθολική, αλλά ολωσδιόλου τυχαία, είτε λόγω ρατσιστικών στερεότυπων, είτε λόγω ανύπαρκτης προσβασιμότητας); Και οι ερωτήσεις παραμένουν μετέωρες και αναπάντητες…

θα μπορούσες εύκολα να διαχειριστείς τον οικείο, τοξικό ψίθυρο: «τι κρίμα, το καψερό!» Θα σου έλειπε, άραγε, το παιχνίδι, όταν για σένα δεν υπήρχε θέση ή ρόλος στις παιδικές χαρές; Θα ενθουσιαζόσουν, μήπως, αν το σχολείο σου ήταν το πιο ακατάλληλο «αχούρι», αναλόγως των προβλημάτων που αντιμετωπίζεις; Θα σού αρκούσε, επίσης, αν οι δάσκαλοι δεν ικανοποιούσαν τις μορφωτικές σου ανάγκες; Θα σου στοίχιζε, ίσως, αν ο χρόνος και οι μέρες σου μετριούνταν αποκλειστικά με επισκέψεις, σε νοσοκομεία, ιδρύματα και γιατρούς; Και σαν επιστέγασμα, πόσο θα ενθουσιαζόσουν, που μόνο για σένα, ξημέρωσαν νωρίτερα, απ’ ό,τι στους υπόλοιπους, τα βασανιστικά ερωτηματικά για τη ζωή, το μέλλον και τους ανθρώπους; Ή ότι για σένα σκλήρυνε νωρίς το πρόσωπο σου; Ή ότι για σένα πάγωσε «άδικα» το χαμόγελο της ψυχής;

Αν, τώρα, σε κουράζουν οι ρητορικές ερωτήσεις, και είσαι, όπως δηλώνεις αυτάρεσκα, «ένας άνθρωπος των πράξεων», δοκίμασε να περάσεις μία μέρα από τον πολύτιμο χρόνο σου, πάνω σε καροτσάκι, ή αφιέρωσε μία μέρα από την πολύτιμη ψυχαγωγία σου, για να δεις, έστω και ακροθιγώς, την καθημερινότητα ενός εγκλείστου παιδιού, σε Ελληνικό ίδρυμα ή άσυλο. Είμαι σίγουρος, τότε, πως το πείραμα, ακόμη και σαν εικονικό σενάριο εργασίας, επαρκεί, για να «ταρακουνήσει» πολλά από τα γνώριμα δεδομένα. (Από προσωπική εμπειρία, μάλιστα, να σε διαβεβαιώσω πως, την πρώτη κιόλας μέρα, όταν αναγκάστηκα να μετακινηθώ σε καροτσάκι, προκειμένου να διανύσω τους προσπελάσιμους δρόμους του Παρισιού, εντούτοις, ακόμη θυμάμαι την πρωτόγνωρη, για μένα, εμπειρία κατάθλιψης, ταυτόχρονα με τα απορημένα βλέμματα των μικρών, που με προσπερνούσαν, κοιτάζοντας με δέος, το «υπερτροφικό βρέφος» – φαντάσου πώς βιώνει ένα ανάπηρο παιδί την εμπειρία, χωρίς την υποστηρικτική συνδρομή μας).

Και μιας και θίξαμε εμμέσως το δεύτερο θέμα, ας σφίξουμε κάπως καλύτερα το στομάχι, προτού ν’ αρχίσουμε τις περιγραφές… Γιατί, αν η περίπτωση των ανάπηρων παιδιών στον τόπο μας συνιστά το Χρονικό ενός προαναγγελθέντος δράματος, αναμφίβολα, η δεύτερη περίπτωση ταιριάζει στο προαναγγελθέν χρονικό του Πόνου! Μόνο, που σε τούτη την κατάσταση, ο πόνος γράφεται πάντα με Π κεφαλαίο, εφόσον η ζωή των συνανθρώπων μας, στα άσυλα ή τα ιδρύματα ανιάτων (παίδων και ενηλίκων), αποτελούν μία χάσκουσα, βαθιά πληγή, δίπλα μας! Εδώ, η αλήθεια δεν επιδέχεται την παραμικρή ωραιοποίηση. Οι συνθήκες, όπως χαρακτηρίζονται συχνότατα από τους άμεσα εμπλεκόμενους, είναι ανάλογες μιας «ποντικότρυπας», στην οποία στοιβάζονται ανθρώπινες υποστάσεις, επειδή – άκουσον, άκουσον – δεν πληρούσαν τις «ιλουστρασιόν» προδιαγραφές κάποιων Ελληνικών οικογενειών, αλλά και της κοινωνίας, εν γένει.

Μεταπολεμικές παράγκες, που περίσσεψαν από την ανοικοδόμηση του μπετόν. Προσωπικό ανεπαρκές – ενίοτε, δε, ακατάλληλο, έως και επικίνδυνο, ή και ποινικά κολάσιμο. Ψυχές που λιμοκτονούν, εκλιπαρώντας για λίγο οίκτο (αποτελεί συνήθη πρακτική, η καθήλωση των τροφίμων με σφικτούς ιμάντες, ώστε, ιδίως, οι «ανήσυχοι» ασθενείς να μην ενοχλούν τους πολυπράγμονες νοσηλευτές). Φαγητό και καθαριότητα, υποτυπώδη. Συνθήκες νοσηλείας, τριτοκοσμικές. Ανθρώπινη ζεστασιά, και επικοινωνία ανύπαρκτη, έως και εκδικητική. Καμία δημιουργική απασχόληση, και όσο για ψυχαγωγία, «ποιος μίλησε για ανέκδοτα;» (ενδεχομένως, άντε, να περισσεύει καμία πολυκαιρισμένη τηλεόραση, για να χαυνώνονται οι θαμώνες του ασύλου, προτού ντοπαριστούν με το κοκτέιλ των βραδινών κατασταλτικών). Πόνος, λοιπόν, και πάλι πόνος, σωματικός και ψυχικός ∙ και μία οδύνη, που δεν γνώρισε ποτέ της επέτειο… Έστω μία μέρα, ή μία ώρα εκεχειρίας, απέναντι στο πιο ανελέητο πρόσωπο του Χρόνου.

Μετά από όλο αυτό το μακάβριο οδοιπορικό, στον «ψυχεδελικό Παράδεισο» της Ελληνικής αναπηρίας, φοβάμαι πως δεν έχει περισσέψει και πολλή όρεξη, για να ενδώσουμε στη ραστώνη άλλης μίας παγκόσμιας μέρας. Εξάλλου, όπου πλεονάζει η ανθρώπινη δυστυχία – όπου, δηλαδή, χρονίζουν ανεπίλυτα τα προβλήματα, τα οποία θίξαμε ακροθιγώς – δεν απομένει χώρος, για καμία απολύτως επέτειο. Γιατί, όπως καλά γνωρίζουμε (;) κανείς δεν κατάφερε να κρυφτεί πίσω από δύο παλάμες, όσα τεχνάσματα κι αν μηχανεύτηκε. Πόσο μάλλον, αν ολόκληρη κοινωνία πασχίζει να στριμωχθεί σε μία μηδαμινή κρυψώνα.

Εν κατακλείδι, τα βαθιά ριζωμένα στερεότυπα της Ελληνικής κοινωνίας, σε συνδυασμό με τις υποτυπώδεις υποδομές, καθώς και τη συρρίκνωση των παροχών και των δικαιωμάτων, εξαιτίας της πολιτικής και οικονομικής κρίσης, γεννούν περίσκεψη και θλίψη. Ας γίνει, επομένως, μία αρχή, πρωτίστως για εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας, που κραυγάζει ενώπιον μας, κατά πρόσωπο. Έχουμε, το δίχως άλλο, πολλά βήματα να κάνουμε, αν θέλουμε όντως να δικαιώσουμε μέσα μας, τον άνθρωπο.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

four × 5 =

Simple Share Buttons