1968 [κριτική]

0

του Νικήτα Φεσσά

Το 1968 του Τάσου Μπουλμέτη αφηγείται την κατάκτηση του πρώτου Kυπέλλου Kυπελλούχων Ευρώπης από ελληνική ομάδα στο μπάσκετ, με φόντο την Ελλάδα της εποχής. Μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπίσημο σηκουελ της Πολίτικης Κουζίνας, του ιδίου σκηνοθέτη. Εδώ οι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη φτάνουν κατατρεγμένοι σε μια αρχικά αφιλόξενη Ελλάδα. Η ταινία υπαινίσσεται τα πολύπλοκα ζητήματα εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας που αφορούν από τη μια την ανάγκη των προσφύγων να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους και την Ιστορία τους, και από την άλλη την ανάγκη τους για ενσωμάτωση, χωρίς ωστόσο να χάσουν την ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς τους και να αφομοιωθούν απλά στην Αθήνα που έχει ήδη δεχτεί για μια δεκαετία και πλέον τις επιδράσεις μιας ξενόφερτης νεωτερικότητας (βλ. τις σκηνές με πάρτι με ξένη μουσική στην ταινία), αλλά μέσα στη χούντα διασκεδάζει και στα μπουζούκια.

Το 1968 είναι ένα ενδιαφέρον υβρίδιο ειδών. Παρακολουθείται ταυτόχρονα ως μελόδραμα με εμβόλιμα κομμάτια από Επίκαιρα και αυθεντικό οπτικοακουστικό υλικό της εποχής, και ως δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ή ως ‘docufiction’, ενώ στα σημεία των αφηγήσεων και των συνεντεύξεων των πραγματικών πρωταγωνιστών της ιστορίας (που είναι σχεδόν ίσα με, αν όχι και μεγαλύτερα σε διάρκεια από τις δραματοποιημένες σκηνές), των παλαίμαχων αθλητών και απλών ανθρώπων που παρακολούθησαν τον αγώνα, θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για επεισόδιο της εκπομπής Η Μηχανή του Χρόνου.

Δεν λειτουργούν όλα το ίδιο καλά. Κάποιες από τις συνεντεύξεις χρειάζονταν γενναίο editing, γιατί οι συνεντευξιαζόμενοι (που μπορεί να ήταν χαρισματικοί αθλητές, αλλά όχι και ομιλητές) αναλώνονται σε κοινοτοπίες. Έτσι έχουμε το φαινόμενο κάποιες γνήσια συγκινητικές σκηνές μυθοπλασίας (όπως αυτές μέσα στο λεωφορείο) να διακόπτονται από κάποιες μπανάλ ατάκες των πραγματικών πρωταγωνιστών, ή άκαιρα γέλια άλλων ηλικιωμένων συνεντευξιαζόμενων. Το επίπεδο υποκριτικής είναι επίσης άνισο, με τους Στέλιο Μάινα και Μανώλη Μαυροματάκη, αλλά και τους Γιώργο Μητσικώστα και Αντώνη Αντωνίου να ξεχωριζουν, και τους Ορφέα Αυγουστίδη και Ιεροκλή Μιχαηλίδη να παίρνουν μετά βίας τη βάση. Επίσης η διανομή των ηθοποιών που υποδύονται τους παίκτες σε νεαρή ηλικία είναι καλή.

Ο Μπουλμέτης είναι ενωτικός. Το σημαίνον που προκρίνεται εδώ είναι περισσότερο η Ελληνικότητα, παρά συγκεκριμένα η Ελληνικότητα της Πόλης, με όλα τα στερεότυπα που αυτό θα συνεπαγόταν (βλ. την παλαιότερη κινηματογραφική του προσπάθεια). Όμως, προφανώς, αυτό οδηγεί σε μερικές σκηνές βουτηγμένες στην ιδεολογία, με χειρότερη εκείνη που ο μπασκίνας και ο κομμουνιστής στο μπουντρούμι της Ασφάλειας φιλιώνουν όταν ο δεύτερος δηλώνει φανατικός… ΑΕΚτσής, αναστέλλοντας για λίγο τις πολιτικές του πεποιθήσεις προκειμένου να ακούσει τη μπάλα από το ραδιόφωνο.

Οι δε τότε παίκτες της ΑΕΚ, σε ένα ρεβιζιονιστικό κρεσέντο, παρουσιάζονται σήμερα σχεδόν ως αντιστασιακοί, παρόλο που είναι γνωστό ότι πολλοί από αυτούς είχαν αγαστές σχέσεις με το καθεστώς της Επταετίας, ενώ ο Μπουλμέτης εξυψώνει τις ζεϊμπεκιές που ρίχνανε ακούγοντας φτηνιάρικα τραγούδια στα μπουζούκια, από ψευτοφολκλόρ λούμπεν τρας σε κάτι σαν το χορό του λοχία στην Ευδοκία.

Στα επίσης ενδιαφέροντα κομμάτια του 1968 που προσφέρονται για ιδεολογική ανάλυση, το σημείο όπου τονίζεται ότι ο ‘φτωχός’ υπαρκτός κομμουνισμός , τον οποίο αντιπροσωπεύουν οι Τσεχοσλοβάκοι παίκτες (που και αυτοί μιλάνε σε συντεντεύξεις μέσα στην ταινία), δέχτηκε ευχαρίστως να ‘δωροδοκηθεί’ ποικιλοτρόπως, προκειμένου ο τελικός να γίνει στην Αθήνα και όχι στην Πράγα.

Σε γενικές γραμμές, ο Μπουλμέτης εδώ αποφεύγει τον ανυπόφορο γλυκερό αυτο-οριενταλισμό και την εξωτικοποιητική αναπαράσταση των Ελλήνων της Πόλης που έπεφταν πιο βαριά κι από πέντε μερίδες σουτζουκάκια σμυρνέικα  στον θεατή της Πολίτικης Κουζίνας, και κάπως τιθασεύει λίγο τις εξιδανικευτικές  νοσταλγικές τάσεις που έχει ως δημιουργός, ωστόσο η όλη αθλητική μυθολογία (ακόμα κι αν τότε όλα ήταν πιο ‘αγνά’ από άποψη χορηγών κλπ), και εν τέλει η μυστικοποίηση θολώνουν το γεγονός ότι τα σπορ σε συνθήκες καπιταλισμού (συν χούντα) αποτελούν ιστορικά το πιο αποτελεσματικό όπιο του λαού . Στην ταινία επαναλαμβάνεται αρκετές φορές ότι ο τελικός ήταν μια όαση εθνικής ανάτασης και υπερηφάνειας μέσα στη μαυρίλα της δικτατορίας—μιλάμε δηλαδή για ιδεολογία στην πιο καθαρή της μορφή.

Στα συν της ταινίας, η πραγματικά συγκινητική ιστορία του Γιώργου Μόσχου.

Φυσικά η θέαση της ταινίας για εκείνους που έζησαν από κοντά τον αγώνα (όπως ένας κύριος που βρέθηκε στην ίδια αίθουσα με εμένα, και που τον άκουσα να λέει ότι καθόταν αριστερά – δεν ξέρω αν εννούσε όπως μπαίνεις ή όπως βγαίνεις–  στην κερκίδα του Παναθηναϊκού σταδίου εκείνη την ημέρα—ή μάλλον νύχτα) θα είναι σίγουρα εντελώς διαφορετική από αυτή ενός σύγχρονου έφηβου ή έφηβης .

Αυτό που ενδιαφέρει όμως εμένα είναι τι εξυπηρετεί αυτή η ταινία πολιτικά, την παρούσα στιγμή. Προφανώς προγραμματίστηκε να συμπίπτει με τα πενήντα χρόνια από το γεγονός. Φωτίζει (έστω εν μέρει, και μέσα από με παραμορφωτικό φακό) μια κάπως παραμελημένη πλευρά της πρόσφατης Ιστορίας της Ελλάδας. Μιλάει για πρόσφυγες. Όμως την ίδια στιγμή ένας από τους παλιούς παίκτες τονίζει το γεγονός ότι τότε ήταν όλοι Έλληνες στην ομάδα—κάτι που υποτίθεται ότι κάνει το κατόρθωμα μεγαλύτερο, αλλά καταλήγει να έχει μια, το λιγότερο άβολη, και μάλλον πικρή σωβινιστική γεύση στην Ελλάδα του Αντετοκούμπο. Οι δε αντιδραστικές έμφυλες σχέσεις στην Ελλάδα της εποχής (καταπιεστικός  πατριάρχης, κόρη που ποθεί όσο τίποτε άλλο να στεφανωθεί άντρα που προσπαθεί να το αποφύγει όπως ο διάολος το λιβάνι) παρουσιάζονται με τρόπο που είναι άκαιρα χαριτωμένος εν έτει 2018.

Το δε τέλος της ταινίας, όπου παρατίθενται τα κοσμοϊστορικά γεγονότα μιας ταραχώδους χρονιάς (δολοφονίες Martin Luther King και Robert Kennedy,Γαλλικός Μάης, Μαύροι Πάνθηρες, η Άνοιξη της Πράγας και η σοβιετική αντίδραση, κλπ) σε κάνουν να θες να δεις καμιά ταινία για αυτά, παρά να ακούσεις μια ιστορία για ένα αβάσταχτα ελαφρό γεγονός (τονίζεται ότι μπήκε στο βιβλίο Γκίνες για τον αριθμό των ατόμων που παρακολούθησαν τον αγώνα) που έχει μηδαμινό ενδιαφέρον και αντίκτυπο σε παγκόσμιο επίπεδο, στο οποίο όμως ο Μπουλμέτης δίνει δυσανάλογη βαρύτητα, και συμβολισμούς που ίσως εξαρχής δεν υπήρχαν, και με τους οποίους ο/η σημερινός/ή θεατής δεν μπορεί να κάνει relate παρά μόνο σε ένα επίπεδο κάποιας καλογυαλισμένης, πλην κούφιας μεταμοντέρνας νοσταλγίας  του τύπου που έχει τελειοποιήσει ο ύστερος καπιταλισμός (βλ. και τον vintage κατάλογο γνωστής εταιρείας χρωμάτων στην απαραίτητη τοποθέτηση προϊόντος), ή σε ένα επίπεδο πρακτικά jingoism με sepia αποχρώσεις και μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, όπου όλοι, φτωχοί και πλούσιοι, μικροαστοί νοικοκυραίοι και λούμπεν στοιχεία, κομμουνιστές και μπάτσοι ενώνονται για να πανηγυρίσουν για την ΑΕΚάρα—ή, έστω, για την Ελλαδάρα.

Όπως και στην προηγούμενη ταινία του, Νοτιάς, ο Μπουλμέτης τονίζει και εδώ  τη δύναμη των ιστοριών (και λιγότερο των Ιστοριών), των μικροαφηγήσεων σε προσωπικό επίπεδο. Τί καλά που θα ήταν αν οι ιστορίες που επιλέγει ο ίδιος να αφηγηθεί έχαναν λίγο από τον μύθο τους και γίνονταν λίγο πιο ενδιαφέρουσες.

Βαθμολογία 2.5/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Όσκαρ για τη φιλοξενία

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Νικήτας Φεσσάς

Ο Νικήτας γεννήθηκε στην Αθήνα, τέλειωσε το Πάντειο, και άρχισε να γράφει (κυρίως) πολιτισμική κριτική για διάφορα έντυπα. Εσχάτως προσπαθεί να ολοκληρώσει και το διδακτορικό του πάνω στον ελληνικό κινηματογράφο.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

4 × 2 =

Simple Share Buttons