Όχι άλλες Μανωλάδες – από τη Μαρία Παρέντη

1

oualint

 

Σαν πρόσφυγας δεν έζησα, μα νιώθω πρόσφυγας και τάσσομαι στο πλευρό εκείνων που πατρίδα χρειάζονται.”

Αμπελάκια Σαλαμίνας 3 Νοεμβρίου 2012. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ  ξεκινά όπως κάθε μέρα για τη δουλειά του.  Εδώ κι ένα χρόνο εργάζεται σε ένα φούρνο. Του αρέσει τόσο να φτιάχνει ψωμί. Τα χρήματα δεν είναι καλά και δεν τα παίρνει στην ώρα τους, αλλά δεν μπορεί να έχει και πολλές απαιτήσεις. Το αφεντικό όταν τον πήρε ήξερε πως  δε θα ζητήσει ασφάλειες κι αποζημιώσεις. Απέλυσε μάλιστα και τρεις άλλους γιατί, όπως είπε, η κρίση τον είχε “γονατίσει”.

Προτού φύγει από το σπίτι πήρε μαζί το τσαντάκι με τα χρήματα που μάζευαν με κόπο εκείνος και οι συγκάτοικοί του για να τα στείλουν στις οικογένειές τους. Πώς να τα αφήσει σπίτι; Η πόρτα δεν έκλεινε καλά-καλά και οι υπόλοιποι του είχαν εμπιστευθεί τη φύλαξή τους. Έφτασε στο φούρνο κι αποφάσισε να ενημερώσει το αφεντικό για το περιεχόμενο της τσάντας του, μη γίνει κανένα κακό. Εκείνος θα καταλάβαινε, “οικογενειάρχης” άνθρωπος ήταν. Ζήτησε και εκείνα τα χρωστούμενα,  είχε τη γυναίκα, τα παιδιά και τους γονείς του στην Αλεξάνδρεια, έπρεπε να στείλει.

Δεν κατάλαβε πώς έγιναν όλα.  Το αφεντικό τού όρμησε πρώτο. Μετά ήρθε ο γιος του με άλλους δύο και άρχισαν να τον χτυπούν.  Τέσσερις άνθρωποι πάνω σε ένα “κλαρί”. Βρέθηκε σε ένα στάβλο με μια αλυσίδα στο λαιμό κλεισμένη με λουκέτο. Τον  είχαν μεταφέρει με ένα φορτηγάκι χωρίς να τους δει κανείς. Μάταια τους παρακαλούσε, τον χτυπούσαν χειρότερα και τον έλουζαν με αλκοόλ. Έμειναν εκεί να τον χλευάζουν και να τον βρίζουν. Δεν τα καταλάβαινε όλα όσα του έλεγαν, θες η ζάλη, θες τα λειψά ελληνικά του, θες η απορία για το πόση κακία μπορεί να “κεράσει” ο άνθρωπος. Έβαλαν να φάνε μπροστά του γελώντας. Το πρωί έφυγαν πηγαίνοντας στο φούρνο σαν να μη συνέβη τίποτα. Έμεινε μόνος, αν δεν έφευγε θα τον σκότωναν, του το είχε πει ο γιος του αφεντικού. Θα έφερνε το όπλο και θα τον σκότωνε. Έσπασε την αλυσίδα και έφυγε. Δεν έβλεπε τίποτα σχεδόν, μα έτρεχε, αψηφούσε τον πόνο και έτρεχε.  Ώσπου έπεσε κάτω. Τον βρήκε κάποιος και τον σήκωσε.

Ο Γολγοθάς του συνεχίστηκε στην αστυνομία, αφού αντί του νοσοκομείου βρέθηκε στο κρατητήριο. “Δεν έχει χαρτιά, πρέπει να περάσει από το Αλλοδαπών”. Αχ αυτή η λέξη, πόσο μίσος έκρυβε μέσα της. Τα είχε καταγγείλει όμως όλα, πρόλαβε και τα είπε. Πώς τα είπε; Μέσα στα αίματα, με πρησμένα μάτια – από το αριστερό δεν ήξερε αν θα ξανάβλεπε – παντού μώλωπες και με το πόδι του να σέρνεται. Για την ψυχή του μη ρωτάς, αυτή ήταν σίγουρος πως θα “γιατρευόταν” τελευταία.

Μετά από λίγες μέρες πήγε στο νοσοκομείο.Μετά τη νοσηλεία του και παρά τα εμφανή τραύματα των βασανιστηρίων, συνελήφθη και κρατήθηκε στην Πέτρου Ράλλη προς απέλαση. Χάρη στις αντιδράσεις των αλληλέγγυων απετράπη η απέλαση και πήρε άδεια ανθρωπιστικής  παραμονής.

Μάρτιος του 2015, μετά από συνεχόμενες αναβολές η δίκη των βασανιστών του Ουαλίντ δεν έχει γίνει ακόμη. Οι φερόμενοι ως δράστες κυκλοφορούν ελεύθεροι  και απτόητοι απειλούν απροκάλυπτα  μπροστά σε μάρτυρες τον ίδιο και τον αδερφό του ότι θα τον σκοτώσουν. Σε κάθε εμφάνισή του στο δικαστήριο, πρέπει να συνυπάρχει με δαύτους, με χαμένη την όραση από το ένα του μάτι, πρόβλημα στα πόδια, βαρύ αναπνευστικό, μόνιμες ημικρανίες και φοβίες.

Η στήριξη προς εκείνον προήρθε από ελάχιστους. Η περίθαλψή του και η παροχή προστασίας δεν απασχόλησαν το κράτος και την κοινή γνώμη. Στις προηγούμενες ορισμένες δικασίμους οι αλληλέγγυοι ήταν λίγοι, μα όλοι κοντά του και ήδη δεμένοι μαζί του. Πώς αλλιώς;

Πώς να σου μιλήσω για το δίκιο Ουαλίντ και τϊ να σου πω; 

Αυτή την Τρίτη στις 10 του Μάρτη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στον Πειραιά, (Σκουζέ 3-5) στις εννέα το πρωί ας είμαστε όλοι εκεί, δίπλα σε έναν άνθρωπο που διδάσκει αξιοπρέπεια και προσπαθεί να ξαναζήσει δίχως φόβο.

ΥΓ: Με την ελπίδα να μην έχουμε απόφαση που να θυμίζει άλλες του παρελθόντος, το κείμενο αφιερώνεται φυσικά στον Ουαλίντ , μα και στην Ε. στην οποία εκείνος  οφείλει πολλά χαμόγελα κι εγώ της χρωστώ ακόμη περισσότερα για τα μαθήματα αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και ζωής.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Μαρία Παρέντη

Η Μαρία Παρέντη ζει και εργάζεται στην Αθήνα.Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και Νομικά στην Κομοτηνή.Ονειρεύεται έναν κόσμο στον οποίο οι δικηγόροι θα περιττεύουν και θα διδάσκει λογοτεχνία.Προς το παρόν μάχεται για το δίκιο

1 Comment

  1. Ναταλια on

    Πόσο κτήνη είμαστε; Που είναι αυτός ο άτιμος ο πάτος και δεν φτάνουμε με τίποτα;

Αφήστε Ένα Σχόλιο

seven − seven =

Simple Share Buttons