Όταν τα προσφυγόπουλα χάνουν τα παιχνίδια τους – του Γιώργου Τσιάκαλου

0

παιχνιδια

 

Είχαμε αποφασίσει να πάμε στην Ειδομένη το απόγευμα, μαζί με την ομάδα του Πολιτιστικού Συλλόγου (δεν ξέρω αν λέγεται έτσι ακριβώς!) του Ρετζικίου. Θεωρούσαμε ότι η κατάσταση είχε ομαλοποιηθεί. Το πρωί, όμως, ήλθε το τηλεφώνημα της Εβελίνας, της αντιδημάρχου: «Η κατάσταση αυτή τη στιγμή είναι τραγική».

Δυστυχώς έγινε μεσημέρι μέχρι να φτάσουμε. Όλα ήταν ήσυχα, με μια αδιευκρίνιστη αμηχανία σε όλων τα πρόσωπα, και μια βαθιά μελαγχολία να μην επιτρέπει καν τους συνήθεις φιλικούς χαιρετισμούς. Δεν είχε κανείς διάθεση να διηγηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. Το βράδυ είδα σκηνές στο “Euronews”, αστυνομικούς της ΠΓΔΜ να προσπαθούν να απομακρύνουν πρόσφυγες σπρώχνοντας τους και χτυπώντας τους, ενώ η βροχή έπεφτε δυνατή και ασταμάτητα.

Είχαν φτάσει με τα λεωφορεία από την Αθήνα, τόσοι, όσους αποβίβασαν στον Πειραιά τα πλοία από τη Λέσβο. Περπάτησαν, όπως κάθε φορά, τα χιλιόμετρα από το σημείο που τους αφήνουν τα λεωφορεία μέχρι τα σύνορα. Αυτή τη φορά κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Στα σύνορα, ελάχιστες έως ανύπαρκτες οι δυνατότητες να βρουν καταφύγιο, πώς να περιμένουν ώρες ολόκληρες για να περάσουν στην ΠΓΔΜ και να βρουν καταφύγιο στα υπόστεγα του σταθμού της Γευγελή; Αφήνεις το μωράκι σου να γίνεται μούσκεμα, να βήχει, να κλαίει μόνο και μόνο επειδή εθνικές γραφειοκρατίες επιβάλλουν συνεχείς καταγραφές σε όλα τα σύνορα;

Προσπάθησαν να επιταχύνουν ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες, και οι αστυνομικοί της άλλης πλευράς υπηρέτησαν τη γραφειοκρατία με τον μόνο τρόπο που τους έδωσαν οι αρχές για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων.

Το τοπίο στην ουδέτερη ζώνη, μια λωρίδα γης εκατό μέτρων ανάμεσα στην Ελλάδα και στην ΠΓΔΜ, έφερνε στο νου εικόνες από μακρινά πεδία μάχης με θύματα πολίτες και μικρά παιδιά. Παπουτσάκια διασκορπισμένα παντού -πότε το δεξί, πότε το αριστερό, μια μοναδική φορά και τα δύο (τα έβαλα δίπλα-δίπλα για να ξαναγίνουν ζευγάρι, όπως τα έβλεπα τις προηγούμενες ημέρες αραδιασμένα μπροστά στις σκηνές)-, καπέλα, ένα παιδικό μπουφάν, τα πλαστικά που κρατούσαν οι οικογένειες πάνω από τα κεφάλια τους για να προστατευθούν από τη βροχή.

Και παιχνίδια. Είχαμε δει πόσο τ’ αγαπούσαν, ήταν το μοναδικό πράγμα που είχαν να τα κρατάει δεμένα με μια κανονική παιδική ζωή. Κρατούσαν σφιχτά το χέρι της μαμάς τους για να νοιώθουν ασφάλεια, και πιο σφιχτά ακόμη κρατούσαν το λούτρινο ζωάκι τους για να του παράσχουν ασφάλεια. Ξέφυγε από το χέρι τους, έμεινε κολλημένο στη λάσπη, καμιά δυνατότητα για τα παιδιά να γυρίσουν να το πάρουν.

Και τώρα, τι να αισθάνονται άραγε τα παιδιά εκεί που βρίσκονται; Μοναξιά χωρίς το σύντροφό τους, αγωνία για τη μοίρα του συντρόφου τους που εγκαταλείφθηκε, ή, μήπως -αντιμέτωπα με τους αστυνομικούς της Ουγγαρίας- καλοτυχίζουν το παιχνίδι τους που έμεινε στην Ελλάδα;

Μαζεύω τα παιχνίδια σε μια παρέα. Θα στεγνώσουν, και κάποια άλλα παιδιά προσφύγων τις επόμενες ώρες θα τα κάνουν φίλους και συντρόφους τους. Θα πάρουν τελικά και τα παιχνίδια το δρόμο της προσφυγιάς, συντροφεύοντας ένα παιδί και, μαζί, την ελπίδα ότι αυτό τουλάχιστον το παιδί θα έχει την ευκαιρία να περάσει όλα τα σύνορα χωρίς κλάμα, και από εκεί και πέρα θα μπορεί μαζί με τον λούτρινο σύντροφό του αμέριμνα να «μετράει τ’ άστρα».

Αισθάνθηκα την ανάγκη να περιγράψω όσα ένοιωσα χθες βλέποντας το «βομβαρδισμένο τοπίο», όταν είδα να ερμηνεύονται οι εικόνες με παρατημένα αντικείμενα ως, δήθεν, ένδειξη περιφρόνησης των προσφύγων στις προσφορές των αλληλέγγυων ανθρώπων της χώρας μας. Όμως στην πραγματικότητα τα εγκαταλελειμμένα πράγματα αποτελούν απόδειξη του γεγονότος ότι η πορεία των προσφύγων χαρακτηρίζεται ακόμη από ανασφάλεια και διώξεις.

Αυτό μας δείχνουν οι εικόνες της 10ης Σεπτεμβρίου το πρωί στην Ειδομένη. Και είναι ανάγκη να μάθουμε να βλέπουμε τις εικόνες, και να κατανοούμε τις ανθρώπινες ιστορίες που τις δημιούργησαν.

 

 

 

 

*Το κείμενο αποτελεί μαρτυρία από το προσωπικό προφίλ του Καθηγητή Γιώργου Τσιάκαλου στο facebook

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

one × 5 =

Simple Share Buttons