Τελικά σύντροφοι, πού πάμε; – από το Νίκο Νικήτογλου

0

hqdefault

 

Στην ταινία Made in Greece (1987), σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου και σενάριο Γιάννη Κακουλίδη και Χάρρυ Κλυνν, υπάρχει η περίφημη σκηνή με το ταξί. Ανάμεσα στους επιβάτες του ταξί – που καταλήγει μια διπλοτριπλοτετραπλόκουρσα – βρίσκεται ο Γιάννης Κακουλίδης ο οποίος υποδύεται έναν «ανώνυμο» Έλληνα. Κατά την διάρκεια της διαδρομής, αραδιάζει μερικά τσιτάτα (χαρακτηριστικό το «οι σκλάβοι δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους») και σε κάποια φάση αγκαλιάζει τον Χάρρυ Κλυνν και ξεσπώντας σε λυγμούς ρωτάει, «τελικά πού πάμε σύντροφε;», για να πάρει την αποστομωτική απάντηση από τον Χάρρυ Κλυνν «στο αεροδρόμιο», μιας που εκεί ήταν ο τελικός προορισμός της κούρσας.

Αυτό το ερώτημα. Το «τελικά σύντροφοι, πού πάμε;» ταιριάζει τέλεια στην επαύριο των εκλογών. Αν είσαι κάτω των σαράντα ετών, λίγο έως πολύ τα ξέρεις. Τα βλέπεις. Τα ακούς. Παγωμάρα, κενό βλέμμα, απαξίωση, αποστροφή. Αποχή, άκυρο, λευκό, επιλογές φύλλων σε μια σημαδεμένη τράπουλα και σκέψεις για…αεροδρόμιο. Το «σύντροφοι» δεν αποδίδεται ιδεολογικά στην περίπτωση μας. Δεν έχει να κάνει με κάποιο συγκεκριμένο κόμμα, παράταξη ή συλλογικότητα. Περισσότερο το χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε στο αξιακό σύστημα που λίγο έως πολύ ενώνει μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων. Και αν δεν μας ενώνουν οι κοινές αξίες, μας ενώνουν τα κοινά αδιέξοδα. Αυτά δεν έφυγαν. Ούτε πρόκειται να φύγουν στο άμεσο μέλλον.

Μπροστά στα αδιέξοδα λοιπόν, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας γύρισε την πλάτη του στο πολιτικό σύστημα και στο κομματικό φαινόμενο. Η αποχή από τον εκλογικό κύκλο, έφτασε στο υψηλότερο ποσοστό της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Και η συγκεκριμένη απόφαση ήταν μια βαθιά πολιτική πράξη. Αποτελεί την άρνηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών – και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων – στην άνευ όρων εξουσιοδότηση. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αρνήθηκε τον εγκιβωτισμό της στα ψευτοδιλήμματα και στους εκβιασμούς. Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αρνήθηκε την συνενοχή της σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Αρνήθηκε να νομιμοποιήσει πολιτικές που έχουν ως στόχο την εξόντωση της. Ενδιαφέρον όμως έχει το πώς ερμηνεύεται η αποχή. Ενδιαφέρον έχει και το ποια είναι τα αποτελέσματα της.

«Ο λαός μας ψήφισε για να εφαρμόσουμε το μνημόνιο» ακούστηκε από κάποιο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ σε κάποιο από τα κανάλια μετά το τέλος της διαδικασίας. «Κάποιοι είχαν την ΔΗΜΑΡ τελειωμένη», είπε ένα στέλεχος της ΔΗΜΑΡ σε κάποιο από τα κανάλια πάλι. «Σημαντικό το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ ενισχύθηκε», «ενθαρρυντικό ότι η Ν.Δ. διατήρησε τα ποσοστά της κοντά στο 30%», «95% μνημόνιο στη Βουλή». Με λίγα λόγια, η αποχή όχι μόνο ερμηνεύεται κατά το δοκούν από αυτούς που μονοπωλούν το δημόσιο βήμα στην χώρα, αλλά προκαλεί και στατιστικές ανωμαλίες. Προκύπτει λοιπόν το ζήτημα της υπέρβασης των δημοκρατικών ψευδαισθήσεων και των μη ανακλητών αντιπροσωπεύσεων. Αυτή η δυναμική της υπέρβασης, αποτελεί μια άκρως δημιουργική διαδικασία. Και αυτό το ταξίδι μας αφορά όλους. Και τις μονάδες και τα κινήματα και τις συλλογικότητες.

Οι εκλογές τελείωσαν λοιπόν και το πολιτικό μήνυμα της αποχής θα ξεχαστεί. Θα συνθλιβεί κάτω από τις ερπύστριες της καθημερινότητας. Σε λίγες μέρες όλοι θα ασχολούνται με το νέο κυβερνητικό σχήμα, με τους υπουργούς, με το τι φόρεσαν, με το αν έβηξαν, με το αν μάσαγαν τσίχλα, με το αν ορκίστηκαν με πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο. Για όσους απείχαν συνειδητά, η αποχή αποτελεί μια προίκα. Όμοια με αυτή του δημοψηφίσματος. Το ερώτημα όμως παραμένει. «Τελικά σύντροφοι, πού πάμε;». Ακολουθούμε μια μοναχική πορεία; Συνεχίζουμε να αναλωνόμαστε στις ίδιες και στις ίδιες διαπιστώσεις; Διατηρούμε έναν λόγο διαμαρτυρικό; Προχωράμε σε κινητοποιήσεις για μερικά ψίχουλα παραπάνω; Κλιμακώνουμε τον αγώνα μας μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, όπου θα διακόψουμε για τις διακοπές μας; Ή προχωράμε στο επίπεδο της δημιουργίας και του σχεδιασμού; Μπορούμε να μιλήσουμε για την Ελλάδα του 2030 και του 2040; Γιατί τελικά εκεί πάμε σύντροφοι. Στην τελική μας μάχη. Στην μάχη της επιβίωσης ενός ολόκληρου λαού. Και οι νέοι άνθρωποι αξίζει να είναι στην εμπροσθοφυλακή. Είναι η δική τους ώρα.

 

 
ΥΓ. Ο αντιφασιστικός αγώνας δεν περιορίζεται σε cover photo και profile pictures. Η ύψιστη αντιφασιστική πάλη κρίνεται στο επίπεδο διάκρισης ενόχων και αθώων για την σημερινή κατάσταση στην χώρα. Όσο δεν αποδίδονται ευθύνες, όσο τα υπερχρεωμένα κανάλια κουνάνε το δάχτυλο και νουθετούν την κοινωνία για το πώς πρέπει να ζει, όσο επιτρέπεται σε κόμματα-μαφίες να υπάρχουν ακόμα, οι φασίστες θα μας συντροφεύουν. Ο φασισμός φοράει το πέπλο του «αντισυστημικού». Δεν τον καταστέλλεις. Του αφαιρείς την πολιτική του ατζέντα.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

four − two =

Simple Share Buttons