«Σκάντζαρε η βάρδια και ήρθα απόγευμα. Θα μπορούσα να είμαι εγώ…»

0

 

ελπε

Από τη Γενική Συνέλευση που έγινε το πρωί του Σαββάτου στο χώρο έξω από τα ΕΛΠΕ.

Ο πρώτος εργάτης που άνοιξε τη συζήτηση, είπε ανάμεσα σε άλλα:

«Υπάρχει τεράστια ανεργία έξω. Κι αυτό εκμεταλλεύονται και μας πατάνε. Και μας έχουν σαν κρέας. Εργάτες είμαστε εδώ πέρα. Τεχνίτες. Να δουλέψουμε. Οχι, όμως, έτσι. Πρέπει να μπει ένας φραγμός. Πνίγομαι. Ειλικρινά πνίγομαι. Εχτές πήγα στο νοσοκομείο, στο Θριάσιο. Εβλεπα απ’ έξω τις οικογένειες… Είναι φοβερό αυτό που βιώνουμε. Εκβιασμός. Βάζεις το κεφάλι κάτω. Δώδεκα ώρες δούλεψες, και λέει «μάστορα θα κάτσεις άλλες τέσσερις; Κάτσε σε παρακαλώ». «Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο». «Καλά δε σε πιέζω»… Την άλλη μέρα πάλι: «Μάστορα, θα κάτσεις άλλες τέσσερις ώρες;». «Δεν μπορώ είμαι κουρασμένος. Δεν μπορώ να κάνω άλλο». «Δεν σε πιέζω»… Δεν είναι πίεση αυτό; Είναι έμμεση πίεση, ή δεν είναι; Κι αυτό έρχεται από ψηλά, στα πιο χαμηλά και φτάνει σε μας. Ετσι φτάνει και έτσι μας έχουνε κόψει τα πόδια.

 

Εγώ τέτοιο shut down δεν έχω ξανακάνει, κάτω από αυτές τις συνθήκες. Δυστυχώς. Το συζητάγαμε μεταξύ μας. Δεν πάνε καλά τα πράγματα… Λεφτά δε θα έχουνε ποτέ αυτοί. Ποτέ δεν είχανε. Σας είπανε ποτέ ότι είχανε; Ποτέ. Εμένα τουλάχιστον, δεν μου έχει πει ποτέ κανένας και είμαι από 13 χρονώ στη δουλειά. Ποτέ δεν μου είπε κανένας ότι έχει λεφτά. Αυτοί όλο κρίση έχουνε. Αλλά την κρίση αυτοί δεν την έχουνε, εμείς την έχουμε πάντα. Πάντα εμείς. Με το σώμα μας, με το αίμα μας, με τον ιδρώτα μας τα φτιάχνουμε όλα αυτά. Και στο τέλος, αναλώσιμοι». Δεν τραβάει…

 

Ενας ακόμα εργάτης μιλάει στη Συνέλευση: «Εύχομαι όταν θα φύγει ο φόβος από όλους εμάς που ήρθαμε να πάρουμε πέντε μεροκάματα, μόνο τότε θα αλλάξει αυτό που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο χώρο μέσα εδώ, και όχι μόνο εδώ, και στη Ζώνη το ίδιο συμβαίνει. Εύχομαι περαστικά στους συναδέλφους που έχουν την ατυχία να είναι εκεί που βρίσκονται, για να πλουτίζουν κάποιοι άλλοι σε βάρος μας, και θα είμαστε και υποχρεωμένοι όταν φύγουμε γιατί θα πάρουμε 1.000 ευρώ στις 20 μέρες».

 

Το μικρόφωνο περνάει στον επόμενο: «Πρώτη φορά δουλεύω σε shut down. Ημουν κοντά δέκα μήνες άνεργος. Ηρθα με όρεξη για δουλειά. Αλλά δεν τραβάει. Δώδεκα ώρες καθημερινά, βαριά, κούραση πολλή. Και πολλές φορές βλέπω τον εαυτό μου να κάνει εκπτώσεις ο ίδιος στα μέτρα ασφαλείας. Βλέπω, δηλαδή, ότι κάποια στιγμή δεν μπορώ, θα αφήσω το μουσαμά. Δεν θα τον τραβήξω εκεί που πρέπει για να προστατευτώ. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της υπερκόπωσης;

 

Επομένως, ένα ζήτημα που πρέπει να βάλουμε άμεσα, είναι ότι πρέπει να δουλεύουμε με ανθρώπινα ωράρια. Και στο παρελθόν δούλευα δωδεκάωρα και τα λοιπά, όχι όμως με τόση πίεση, όχι με τόση ένταση. Χωρίς σαββατοκύριακο; Χωρίς μια μέρα τη βδομάδα ρεπό; Πόσο θα αντέξει κανείς; Την επόμενη μέρα που έρχεσαι για δουλειά κουρασμένος πάλι, γιατί δεν ξεκουράστηκες, δεν είσαι σε θέση να σκεφτείς καθαρά τι κάνεις. Ολα αυτά δεν είναι άσχετα από τις Συλλογικές Συμβάσεις. Οι Συλλογικές Συμβάσεις πρέπει να ισχύουν. Είναι το οκτάωρο, δεν είναι μόνο τα μισθολογικά. Το οκτάωρο είναι σημαντικό. Να δουλεύουμε τις ώρες που πρέπει, να ξεκουραζόμαστε τις ώρες που πρέπει».

 
Τον λόγο παίρνει κι ένας εργαζόμενος από το μόνιμο προσωπικό των ΕΛΠΕ: «Εχουμε έξι συναδέλφους που χαροπαλεύουν και δεν μας ενδιαφέρει αν είναι από το μόνιμο ή από το εργολαβικό προσωπικό. Οι εργολαβικοί είναι συνάδελφοι που δουλεύουν στον ίδιο χώρο με το μόνιμο προσωπικό. Μπορεί να τους χωρίζει μια διαφορετική Σύμβαση και ο εργοδότης στα ΕΛΠΕ να τους χρησιμοποιεί για φτηνό μεροκάματο, για να ρίξει και στους μόνιμους εργαζόμενους τις Συμβάσεις, όμως κάνουμε την ίδια δουλειά, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, καρκίνο έχουμε τον ίδιο, καιγόμαστε το ίδιο». Δωδεκάωρο, δωδεκάωρο, δωδεκάωρο…

 

Τη δική του εμπειρία καταθέτει ένας ακόμα εργάτης σε εργολαβικό συνεργείο: «Μετά από εννέα μήνες ανεργία, ήρθα και εγώ σ’ αυτό το shut down και μάλιστα μακάριζα και την τύχη μου που βρήκα μεροκάματο. Οπως οι περισσότεροι. Δεν κοιτάξαμε πολλά, είναι η αλήθεια. Ετσι δεν είναι; Οταν πεινάς, όταν έχεις πρόβλημα δουλειάς, δεν κοιτάς πολυτέλειες, λες να πάω ψωμάκι για την οικογένειά μου. Θες να γεμίσει το ντουλάπι της φαμελιάς σου. Αυτό κάναμε. Ηρθαμε εδώ και η εργασία ήταν ως εξής: Δωδεκάωρο, δωδεκάωρο, δωδεκάωρο, δωδεκάωρο… Πότε θα ξεκουραστείς; Πότε θα πάρεις μια ανάσα; Δωδεκάωρο συνέχεια; Δεκαεξάωρο για κάποιους;

 

Δεν είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή αυτά τα χέρια θα κρεμάσουν; Δεν είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα σταματήσεις και θα πεις δεν μπορώ να πάω ψωμί στα φαμελιά μου, γιατί θα πάνε άλλα πράγματα πριν από εμένα. Θα πάει το κουτί. Και δε θα με έχει η φαμελιά μου. Είναι φύσει αδύνατο συνάδελφοι να δουλέψουμε παραπάνω, όπως μας λένε. Πρέπει να ξεκουραζόμαστε. Το οκτάωρο που λέγανε κάποιοι δεν το βγάλανε από το μυαλό τους. Θυσιάστηκε κόσμος γι’ αυτό το οκτάωρο. Κι όμως, οι πρώτοι που το καταπατήσαμε ήμασταν εμείς. Δεκαεξάωρο πιο νέα παλικάρια, γιατί αντέχουνε. Πόσο όμως;
Είπε κάποιος, την πρώτη μέρα βαράω με το σφυρί. Τη δεύτερη μέρα κόβονται τα χέρια μου. Την τρίτη μέρα δεν θα έχω κουράγιο να ανέβω στη σκαλωσιά. Κι αν πέσω, ποιος θα νοιαστεί; Ολα αυτά μέχρι χτες. Χτες, συνάδελφοι, συνειδητοποίησα κάτι άλλο. Οτι σαν άνθρωπος, πρέπει να έχω τα δικαιώματά μου πριν μπω σ’ αυτό το χώρο του εργοστασίου.
Και η πρώτη μου πρόταση, είναι η εξής, γιατί σ” αυτό το shut down και σ’ αυτή τη δουλειά ήρθα για πρώτη φορά, μετά από τόσον καιρό ανεργίας: Σε κανένα shut down να μην μπαίνεις χωρίς Γενική Συνέλευση και χωρίς Επιτροπή Αγώνα. Πριν καλά καλά ξεκινήσει το shut down, εκτιμώ ότι θα πρέπει να υπάρχει Επιτροπή Αγώνα. Δεν μπορεί εμείς οι εργαζόμενοι να δουλεύουμε και να έχουμε το χάρο πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Εγώ συνάδελφοι, όπως και οι περισσότεροι, θα είμαι πάλι στο δρόμο για το μεροκάματο. Θέλω όμως να είμαι και με τα δυο μου χέρια και με τα δυο μου πόδια. Και να μην είμαι καμένος αλλά αρτιμελής, για να μπορέσω να ψάξω για μεροκάματο. Κάποιοι συνάδελφοι, που θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε από εμάς στη θέση τους, ίσως να μην έχουνε αυτή τη δυνατότητα, για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα».
Ο «συνήγορος του διαβόλου» Ο εργάτης που ακολουθεί στο «βήμα» δηλώνει από την αρχή ότι θα κάνει το «συνήγορο του διαβόλου»: «Σήμερα, εδώ έπρεπε να ήταν 2.000 κόσμος για να λέμε και την πραγματικότητα, δεν είναι 2.000 κόσμος, είναι πολύ πιο λίγος. Και το λέω αυτό και για τα παιδιά που θα είναι τη Δευτέρα και το σωματείο, που προς τιμήν τους προσπαθούν να μας βάλουν στο κεφάλι αυτά που πρέπει να μας βάλουν, και πολλοί από εμάς, μάλλον το 95%, δε θέλει να τα καταλάβει. Δε θέλει να τα καταλάβει και απουσιάζει.

 

Οταν περνάμε αυτήν την πόρτα, είτε μόνιμοι είμαστε, είτε του εργολάβου, ξέρουμε πάρα πολύ καλά περί τίνος πρόκειται. Κι όσοι έχουν δουλέψει στο Πέραμα κι εκεί που πηγαίναν για δουλειά οι άνθρωποι ξέρανε πού πηγαίνανε. Καταλαβαίνουμε άπαντες ποιοι είναι οι εργολάβοι, ποιο είναι το διυλιστήριο, τους ξέρουμε, ξέρουμε τα πάντα. Ξέρουμε την επικινδυνότητα, γνωρίζουμε ότι πάμε να δουλέψουμε σε δύσκολες συνθήκες. Οι μόνιμοι δεν έχουν παραπάνω από 60 χρόνια μέσο όρο ηλικίας, όσοι έχουν δουλέψει εδώ έχουν φύγει με προβλήματα.

 

Τι να τα κάνω εγώ τις χιλιάδες ευρώ που παίρνουν; Το ξέρουν και οι ίδιοι ότι έρχονται να δουλέψουν σε ένα καθεστώς και σε μια εργασία η οποία είναι προβληματική. Και θα φύγουν οι άνθρωποι από εκεί προβληματικοί. Επρεπε να τα είχαμε αποφύγει όλα αυτά.
Το ζήτημα ήταν να γίνει η Συνέλευση αυτή πριν μπούμε στο διυλιστήριο. Αλλά μπήκαμε όλοι σαν τις κότες. Είπαμε, θα κάνω το συνήγορο του διαβόλου σήμερα. Σαν τις κότες. Πόσο μας δίνεις μάστορα; Σαράντα και δέκα, εγώ είμαι καλά, ο άλλος παίρνει τριανταέξι κι εφτά. Λοιπόν, φταίμε κύριοι.

 

Φταίμε, κι όλα τα άλλα είναι λόγια του αέρα. Εμείς, λοιπόν, είμαστε αυτοί που δε διεκδικήσαμε μεροκάματο, που κάναμε το κουνέλι για να μπούμε εδώ μέσα και ούτε καν πήγαμε στον εργολάβο να συζητήσουμε τι θα πάρουμε. Ζητώ συγγνώμη, αλλά δυστυχώς αυτά έπρεπε να τα πω. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

 

Γι’ αυτό, λοιπόν, εγώ θα φύγω την άλλη βδομάδα, αλλά όσο είμαι εδώ τουλάχιστον θα προσπαθήσω κι εγώ με όσες δυνάμεις μπορώ να έχω να καταφέρουμε να μπούμε μέσα να δουλέψουμε με διαφορετικό τρόπο. Και βέβαια να προσπαθήσουμε για αυτούς που θα απομείνουν και πιο πολύ για το επόμενο shut down, που θα γίνει στην Πετρόλα, να διεκδικήσουμε ένα μεροκάματο της προκοπής και να τα αφήσουμε αυτά που ξέρουμε. Ο αγώνας γίνεται εδώ, αλλά γίνεται και μέσα στο διυλιστήριο, γίνεται και μέσα στο χώρο της εργασίας. Κι εκεί θα πρέπει όλοι να συνδράμουμε πιο πολύ από τους άλλους». Ευθύνη όλων μας.
Η Συνέλευση κλείνει με την ομιλία ενός ακόμα εργαζόμενου από το μόνιμο προσωπικό των ΕΛΠΕ: «Το shut down δεν ξεκίνησε στις 19 του μήνα, πάει και κάνα μήνα παραπίσω. Κάναμε δουλειά που έπρεπε να γίνουν στο shut down με λειτουργία στις μονάδες, είχαμε το παγκόσμιο ίσως φαινόμενο τη μέρα που σταματάγανε μονάδες να γίνονται θερμές εργασίες μέσα στις μονάδες και το προσωπικό να προσπαθεί να σταματήσει μονάδες μέσα στις σκαλωσιές και να μην μπορεί να κλείσει βάνες.
Λοιπόν, όλα αυτά είναι μέτρα που παίρνει η εργοδοσία για να αυξήσει τα κέρδη της, γιατί αυτήν την περίοδο τα διυλιστήρια έχουν μεγάλα περιθώρια κέρδους, όπως τα λένε, και τα συμφέρει να λειτουργούν. Κι αυτή τη στιγμή προσπαθεί να συμπιέσει το shut down όσο μπορεί και για αυτό έχει μπει και τόσος κόσμος και δουλεύει ο ένας πάνω στον άλλο. Και μπρος σε αυτό το βωμό θυσιάζονται συνάδελφοι.
Λοιπόν, το θέμα είναι ότι έχουμε όλοι ευθύνη. Ολοι. Με εμένα πρώτο. Και πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία. Θα ξεχάσουμε τα πρόσφατα; Αποχωρήσεις χωρίς αντικατάσταση και τα ρέστα, κόψιμο θέσεων. Δηλαδή τι έκαναν; Διώξαν ένα έμπειρο προσωπικό που τις δούλευε τις μονάδες πολλά χρόνια, ήξερε τη δουλειά καλά από μέσα κι απ’ έξω. Κι επειδή αυτοί παίρναν ένα μεγαλύτερο μισθό, κοίταξε να πάρει νέους συναδέλφους που τον πρώτο χρόνο τους έδινε το 60%, το δεύτερο το 80% της Σύμβασης και τον τρίτο τους έβαζε το 100%. Αυτά έρχονται και σκάνε στο κεφάλι μας σήμερα.
Κι ένα πράγμα περνά από το κεφάλι μου εμένα, ότι χτες σκάντζαρε η βάρδια κι ήμουν απόγευμα, αλλιώς θα ήμουν πρωί. Κι όπως λέτε, οικογένειες έχουμε, εδώ δεν ερχόμαστε να κάνουμε τον Ταρζάν και να κάνουμε τον κασκαντέρ, ερχόμαστε να πάρουμε ένα μισθό, να δουλέψουμε. Είναι ευθύνη και του επιχειρησιακού σωματείου, είναι ευθύνη και του καθένα ξεχωριστά το τι στάση κρατά απέναντι στην εργοδοσία. Είχε αιτίες αυτή η κατάσταση, πρέπει να δούμε να χτυπήσουμε και τις αιτίες στο κεφάλι».

 

Πηγή: www.rizospastis.gr

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

4 × 4 =

Simple Share Buttons