Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, το Ακραίο Κέντρο και η Αριστερά

0

diamantouros

Το πρώτο όνομα του ψηφοδελτίου Επικρατείας του Ποταμιού έρχεται να επικυρώσει την εγγραφή του κόμματος στην ιστορική ιδεολογική συνέχεια που από τον «εκσυγχρονισμό» οδηγεί, με ενδιάμεση στάση τον «μεσαίο χώρο», στην επικράτεια του Ακραίου Κέντρου.

Αυγουστίνος Ζενάκος & Χρήστος Νάτσης: UNFOLLOW

Η επανεμφάνιση, ωστόσο, του Νικηφόρου Διαμαντούρου δεν έρχεται μόνο να παράσχει καταγωγική διαφάνεια στον ακραιοκεντρώο λόγο των σημερινών «φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων»· έρχεται να λειτουργήσει και ως προμήνυμα –περαιτέρω– κινδύνου για τις εξελίξεις στην Αριστερά…

Περισσότερο από ό,τι για τους θεσμικούς του ρόλους, ο Νικηφόρος Διαμαντούρος θα έπρεπε να είναι γνωστός ως ο κατεξοχήν θεωρητικός καθοδηγητής του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, συγγραφέας ενός βασικού για την ιδεολογία του εκσυγχρονισμού πονήματος: του περίφημου –αλλά ίσως όχι τόσο περίφημου όσο θα έπρεπε–Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.1

 Στο κείμενο αυτό (γραμμένο αρχικά στα αγγλικά, το 1993, και εκδοθέν στα ελληνικά το 2000), περιγράφει την ελληνική ιδιοσυστασία ως συγκροτούμενη από δύο πολιτισμικές ομάδες: Η μία είναι τα υπόσκυλα (underdogs), κοινωνοί μιας κουλτούρας που ξεκινά από την οθωμανοκρατούμενη Ελλάδα και που, διαμέσου των τοπικών ολιγαρχιών, της Εκκλησίας, των κομμάτων της αντίδρασης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στις ιδέες του Διαφωτισμού, «[…] χαρακτηρίζεται από έκδηλη εσωστρέφεια, έντονα κρατικιστικό προσανατολισμό σε συνδυσμό με βαθιά διχοστασία απέναντι στον καπιταλισμό και το μηχανισμό της αγοράς, συνειδητή προτίμηση προς τον πατερναλισμό και τον προστατευτισμό μαζί με παρατεταμένη προσκόληση σε προκαπιταλιστικές πρακτικές».2

Αυτή η κουλτούρα των υπόσκυλων αντιστοιχεί σε ένα «όραμα κοινωνίας»: «Το «όραμα κοινωνίας» αυτής της κουλτούρας, δηλαδή η εικόνα που έχει για την Ελλάδα [είναι] ένα όραμα αμυντικό, προστατευτικό και εν πολλοίς ανεπεξέργαστο. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του είναι ο κύριος ή μάλλον ο κυρίαρχος ρόλος που αποδίδει στο κράτος έναντι της κοινωνίας πολιτών».3

Στον αντίποδα των υπόσκυλων, ο Ν. Διαμαντούρος περιγράφει μια άλλη κουλτούρα, προοδευτική: «Κοσμική και εξωστρεφής στον προσανατολισμό της, η νεότερη κουλτούρα εμπνέεται από τα έθνη της βιομηχανικής Δύσης και αναζητεί σε αυτά στήριγμα για να εφαρμόσει τα προγράμματά της. Με το πέρασμα του χρόνου, η νεότερη κουλτούρα έχει ταυτιστεί με μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία, την οικονομία και την πολιτεία που έχουν σχεδιαστεί για να προωθήσουν τον εξορθολογισμό στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης δημοκρατικής και καπιταλιστικής προοπτικής».4

Περιγράφοντας την ελληνική ιστορία ως μια μάχη παρωχημένων και προοδευτικών, ο Ν. Διαμαντούρος προσφέρει ευσύνοπτα το σχήμα σκέψης στο οποίο, κατά την περίοδο της κρίσης, θα στηριχθεί η εξήγηση των πάντων από τους δημοσιολόγους του Ακραίου Κέντρου: οτιδήποτε φαίνεται ως δυσλειτουργία αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας των «παρωχημένων δυνάμεων», οτιδήποτε επιτυγχάνεται αποτελεί κέρδος των «προοδευτικών».

Έχει λοιπόν δίκιο ο Παναγιώτης Σωτήρης να επισημαίνει πως ο Ν. Διαμαντούρος «θα κηρύξει τον πόλεμο σε αυτό που θα ονομάσει “κουλτούρα των μη προνομιούχων”» επειδή «σύμφωνα με το σχήμα του Διαμαντούρου, το βασικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι οι απαιτήσεις των υποτελών τάξεων, των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Αυτές οι απαιτήσεις κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και ισότητας (κατά τον Διαμαντούρο «ισοπεδωτικός εξισωτισμός») αλλά και τα αντικαπιταλιστικά αντανακλαστικά αυτών των στρωμάτων, όπως αποτυπώθηκαν στον πολιτικό και κινηματικό ριζοσπαστισμό της Μεταπολίτευσης, είναι τα μεγάλα εμπόδια σε κάθε απόπειρα εκσυγχρονισμού».5

Από την άλλη, πρέπει να επισημανθεί ότι, στον Ν. Διαμαντούρο, το σχήμα αυτοκατανοείται ως περιγραφικά ουδέτερο: αν και η προτίμηση προς την πλευρά των «προοοδευτικών» δεν κρύβεται, εντούτοις η εξιστόρηση δεν δείχνει πολλές γωνίες. Η μελέτη του Ν. Διαμαντούρου δεν εντάσσεται σε μια πολεμική αλλά αποτελεί τον προπομπό της κατάστασης μετά την μάχη, όταν ο εκσυγχρονισμός έχει κερδίσει την ηγεμονία. Αποτελεί έτσι το υπόδειγμα για τον τρόπο, το ύφος, της περαιτέρω εμβάθυνσης της ηγεμονίας, που μπορεί συνεπώς να παρουσιάζεται ως νηφάλιο, χαμηλών τόνων, συμβιβαστικό.

Η κρίση, όμως, επέφερε ένα βαθύ ρήγμα στον εκσυγχρονιστικό λόγο, αναδεικνύοντας την υπεραισιοδοξία της πεποίθησής του για το τέλος της πολιτικής στην αχανή επικράτεια του Μεσαίου Χώρου. Με τον ίδιο τρόπο που ο περίφημος σεισμός της Λισαβώνας κλόνισε την λαϊβνίτεια σιγουριά ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο, έτσι και η κρίση προβληματοποίησε την εικόνα της Ελλάδας ως ευρωπαϊκής δύναμης με αυτοπεποίθηση και ευρωστία.

Η άμεση επίπτωση ήταν η μεταλλαγή του ύφους του κεντρώου λόγου: στα χρόνια της κρίσης, το σχήμα παρωχημένοι/προοδευτικοί, υστέρηση/πρόοδος ή οπισθοδρόμηση/εκσυγχρονισμός προσλαμβάνει σωτηριολογικό περιεχόμενο και διατυπώνεται σε ολοένα πιο παροξυσμική ένταση ως σωτηρία/όλεθρος. Η ήπια ρητορική του Ν. Διαμαντούρου έχει εξελιχθεί στην επιθετική ρητορική του Ακραίου Κέντρου.

Η επανεμφάνιση, ωστόσο, του Νικηφόρου Διαμαντούρου δεν έρχεται μόνο να παράσχει καταγωγική διαφάνεια στον ακραιοκεντρώο λόγο των σημερινών «φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων»· έρχεται να λειτουργήσει και ως προμήνυμα –περαιτέρω– κινδύνου για τις εξελίξεις στην Αριστερά. Διότι πρέπει να θυμηθούμε –και να επισημάνουμε, επιτέλους, ηχηρά – ότι στην ακραία εκδοχή του διαμαντουρικού σχήματος, η Αριστερά δεν νοείται συλλήβδην παρωχημένη. Απεναντίας, υπάρχει μια Αριστερά που κατατάσσεται κι αυτή στις δυνάμεις που υπερασπίζονται τις γνήσιες αστικές, ευρωπαϊκές αξίες –μια οιονεί «ανέκαθεν κεντρώα» Αριστερά–, την οποία το Ακραίο Κέντρο διεκδικεί στο παρόν.

Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος το έχει περιγράψει με σαφήνεια: «Ότι έτσι έχουν τα πράγματα επιβεβαιώθηκε επαρκώς και από την ταύτιση τριών πολιτικών ομάδων, δηλαδή του ΚΚΕ εσωτερικού, της εκσυγχρονιστικής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ με επικεφαλής τον Κώστα Σημίτη και της παλιάς φιλελεύθερης ομάδας της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Γεώργιο Ράλλη, με τις κύριες αρχές της μεταρρυθμιστικής κουλτούρας».6

Δεν συνιστά, λοιπόν, έκπληξη το πώς, προβάλλοντας αυτήν την εικόνα της ανανεωτικής Αριστεράς, αυτού του τμήματός της που κατά τον Ν. Διαμαντούρο συμπλέει με το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ και την φιλελεύθερη ΝΔ, μια μερίδα των δημοσιολόγων του Ακραίου Κέντρου αυτοβιογραφείται ως καταγόμενη από αυτή – και, σε δεύτερο χρόνο, όχι απλά ως καταγόμενη αλλά και ως εκείνη που σώζει την ιστορική προοπτική της Αριστεράς.

Κι εδώ είναι το θέμα: θα ήταν άδικο να συνταχθούμε αβασάνιστα με μια λογική που θα αρνείται στο Ακραίο Κέντρο τη διεκδίκηση αυτής του της παράδοσης – πόσο μάλλον όταν, σε μια σειρά κομβικών ζητημάτων, ολοκληρώνει μάλλον παρά διαστρέφει παραδοχές της ανανεωτικής Αριστεράς. Όσο κι αν αυτή η συμπαράταξη μοιάζει με μια πρώτη ματιά υπερβολική, δεν παύει να αληθεύει υπό κάποια έννοια. Δεν είναι του παρόντος μια αναδρομή στην ιστορία της ανανεωτικής Αριστεράς και στα στοιχεία εκείνα που την κάνουν πιθανώς να μοιράζεται εκλεκτικές συγγένειες με εκσυγχρονιστικά, μεσαιοχωρικά και ακραιοκεντρώα ιδεολογήματα. Αυτό που είναι πιο κρίσιμο να επισημανθεί είναι ο τωρινός, υπαρκτός κίνδυνος –ει μη και πραγματικότητα κατά τόπους– της αποδοχής από μια Αριστερά της ακραιοκεντρώας οπτικής.

Συμπτώματα αυτού του κινδύνου εμφανίζονται τόσο στην τρέχουσα προεκλογική δημόσια αντιπαράθεση όσο και στην εν εξελίξει θεσμική πραγματικότητα. Όταν, για παράδειγμα, ο Στάθης Γουργουρής, μιλώντας σε συνέντευξή του για τη νεοσύστατη Λαϊκή Ενότητα, λέει ότι «από τη μία, είναι ένα κόμμα δραχμής, που δεν είναι πλειοψηφούσα άποψη στην Ελλάδα και, από την άλλη, ενέχει ένα εθνικολαϊκιστικό στοιχείο που εμένα ως διεθνιστή με ανησυχεί ιδιαίτερα»,7 με τον τρόπο του εγγράφει το σχήμα προοδευτικού/παρωχημένου στο πεδίο της Αριστεράς και επαναλαμβάνει την κατηγορία της «παλαβής» Αριστεράς σε ενδοσυντροφική εκτέλεση. Η εξωστρεφής, ευρωπαϊκή Αριστερά αντιπαρατίθεται στην καθηλωμένη στην εσωστρέφεια, φοβική Αριστερά που αναπαράγει όλες τις κακοδαιμονίες του κόσμου των υπόσκυλων.

Ταυτόχρονα, ειδήσεις όπως ότι «καθιερώνεται η “Ώρα του πολίτη” σε όλα τα αστυνομικά τμήματα», όπου «κατά τις συγκεκριμένες ώρες, οι διοικητές των αστυνομικών τμημάτων ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους, θα δέχονται τους πολίτες, φορείς και κοινωνικούς εταίρους της περιοχής ευθύνης τους, ύστερα από σχετική τηλεφωνική επικοινωνία για τον προγραμματισμό της συνάντησης, προκειμένου να συζητούνται απόψεις, να υποβάλλονται αιτήματα, παράπονα και να εκθέτονται προβληματισμοί και προτάσεις για θέματα που συνδέονται με τη δράση και το έργο της Αστυνομίας»,8 έρχονται να υπενθυμίσουν την προβληματική σχέση της κυβερνώσας Αριστεράς με το ζήτημα του αυταρχισμού.

Μια προβληματική σχέση που αναδείχτηκε με τα γνωστά του Γιάννη Πανούση περί «Αριστεράς του τίποτα»,9 επισημοποιήθηκε με τις δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα περί «δεκαπέντε αλλοδαπών», σχετικά με την αστυνομική βία κατά διαδηλωτών στις 15 Ιουλίου,10 και κανονικοποιείται τώρα με την –κάπως κωμική, είναι η αλήθεια– «Ώρα του πολίτη».

Είναι, λοιπόν, μάλλον ευχάριστο να βλέπουμε πρόσωπα όπως τον Νικηφόρο Διαμαντούρο να κοσμούν και με τη φυσική παρουσία τους τη δημοσιότητα, καθώς λειτουργούν ως υπενθυμίσεις της μορφής του εχθρού – και του κινδύνου να του μοιάσουμε.

_________________________________

1 Νικηφόρος Διαμαντούρος, Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, μτφρ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000

2 ό.π., σ. 41

3 ό.π., σ. 54

4 ό.π., σ. 58

5 Παναγιώτης Σωτήρης, «Ο ταξικός κυνισμός του Νικηφόρου Διαμαντούρου», iskra, 6.9.2015

6 Διαμαντούρος, ό.π., σ. 83

7 «Οι εκλογές είναι πολύ κρίσιμες και για την Αριστερά», συνέντευξη στην Ιωάννα Δρόσου, Η Εποχή, 6.9.2015

8 «Καθιερώνεται από τη Δευτέρα η «Ώρα του πολίτη» σε όλα τα αστυνομικά τμήματα», ERT.gr, 5.9.2015

9 Γιάννης Πανούσης, «Νοείται Αριστερά του τίποτα;», Τα Νέα, 3.4.2015

10 Συνέντευξη στον Κώστα Αρβανίτη, ραδιοσταθμός Στο Κόκκινο 105.5, 29.7.2015. Απομαγνητοφώνηση, εδώ.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

three × 5 =

Simple Share Buttons