Λίγες σκέψεις για τις Βρετανικές εκλογές *

0

british elections

Με τη συντριπτική ήττα των Εργατικών και την απόλυτη επικράτηση (με αυτοδυναμία) της σκληρής Βρετανικής δεξιάς του Συντηρητικού Κόμματος, καθώς και τον καταποντισμό των κεντροδεξιών Φιλελεύθερων Δημοκρατών (απώλεια 49 εδρών),κλείνει ο κύκλος των Βρετανικών εκλογών.

Του Μιχάλη Θεοδοσιάδη (Respublica)

 

Μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις ήταν η άνοδος του Σκωτσέζικου αποσχιστικού Scottish National Party, που κατέστη απόλυτος νικητής σε ολόκληρη τη Σκωτία, κερδίζοντας 56 από τις 59 τοπικές έδρες συνολικά, καθώς και ο τριπλασιασμός των εκλογικών ποσοστών του λαϊκιστικού δεξιού United Kingdom Independence, το οποίο, βέβαια, λόγο της ιδιαιτερότητας του Βρετανικού εκλογικού συστήματος κατάφερε να κερδίσει μόνο μία έδρα (από τις 650) στο κοινοβούλιο του Westminster.

Μικρή άνοδο σημείωσε επίσης και το Κόμμα των Πρασίνων, ενώ το σφόδρα ρατσιστικό British National Party σχεδόν εξαφανίστηκε από τον εκλογικό χάρτη. Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που τα τελευταία δύο χρόνια επηρέασαν το πολιτικό σκηνικό στη χώρα, οδηγώντας τους ψηφοφόρους σε τούτη την κατεύθυνση:

1) το δημοψήφισμα (που θα λάβει χώρα το 2017) για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ανήγγελλαν οι Συντηρητικοί δύο χρόνια πριν,

2) το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Σκωτίας, που παρά την αποτυχία της καμπάνιας του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του Σεπτέμβρη, πλέον έχει καταστεί κυρίαρχο θέμα στη δημόσια σφαίρα, με όλο και περισσότερους να στρέφονται υπέρ της ανεξαρτησίας και

3) η αμφιλεγόμενη στάση του ηγέτη των Εργατικών, Ed Milliband, ο οποίος ουδέποτε υπήρξε ξεκάθαρος αν οι πολιτικές που θα ακολουθήσει (όταν έρθει την εξουσία) θα είναι πραγματικά αντίθετες από αυτές των Συντηρητικών, αντιστρέφοντας περικοπές σε κοινωνικά επιδόματα και υπηρεσίες. Όλα αυτά θα συζητηθούν στο άρθρο αυτό, μαζί με το βαθύτερο μήνυμα των ημερών, που δεν είναι άλλο παρά η αποτυχία της αριστεράς να έρθει σ’ επαφή με την εν γένει πραγματικότητα μετασχηματίζοντάς την, όντας εγκλωβισμένη σε ένα ιδεολογικοποιημένο φανταστικό μικρόκοσμο.

Ο Βρετανικός νεοευρωσκεπτικισμός και τα αδιέξοδά του

Το ζήτημα της θέσης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τις πρώτες κιόλας μέρες της ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν αντικείμενο έντονων συζητήσεων και διαφωνιών. Φυσικά, η Βρετανική αριστερά – είτε πρόκειται για συνδικάτα, ΜΚΟ και πολιτικούς φορείς, είτε για την αριστερή πλατφόρμα των Εργατικών – τις τελευταίες δεκαετίες τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, σε πλήρη αντίθεση με την άλλοτε ευρωσκεπτικιστική γραμμή του Εργατικού Κόμματος κατά την περίοδο 1960 και 1980, που έβλεπε τις Ευρωπαϊκές νομοθεσίες ως κατεξοχήν εμπόδιο στην υλοποίηση του Κεϋνσιανικού του προγράμματος, ενώ οι Συντηρητικοί, πιστοί στο δόγμα του lessaiz faire, κατείχαν το μονοπώλιο του «φιλοευρωπαϊσμού».

Η αλλαγή της στάσης των δύο αυτών αντιμαχόμενων χώρων σηματοδοτεί από τη μια και τη διάβρωση της αριστεράς από το φαντασιακό του φιλελευθερισμού, την αποριζοσπαστικοποίησή της, καθώς και τις εμμονές της με την πολιτική ορθότητα, πάντα στα πλαίσια του «σεβασμού της διαφορετικότητας» που ορίζει η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, ο ευρωσκεπτικισμός, όντας κενό σημαίνον, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης της δεξιάς, και εμποτίζεται με μια ρητορική που ναι μεν εκλαμβάνει ως αφετηρία της υπαρκτά προβλήματα (τα οποία η Βρετανική αριστερά έχει απορρίψει συλλήβδην), παρόλα αυτά παραμένει αμφίσημη, κίβδηλη και βαθύτατα αποπροσανατολιστική.

Αυτή η ρητορική λοιπόν, που έχει ενισχυθεί μέσα στους κύκλους του Συντηρητικού κόμματος (καθώς καλείται να ανταγωνιστεί το UKIP, το μόνο mainstream κόμμα που αυτή τη στιγμή προτάσσει μονομερή έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση), θέτει ως πρωταρχικό της ζήτημα τον περιορισμό των μεταναστών από άλλες χώρες μέλη της Ε.Ε., με στόχο την προστασία της εγχώριας αγοράς εργασίας, πράγμα που η αριστερά αρνείται να συζητήσει, θεωρώντας την θέση αυτή ως κατεξοχήν ρατσιστική (!!!), κάνοντας φυσικά σα να μή θέλει να αναγνωρίσει ότι στο παρελθόν ήταν το ίδιο το Εργατικό κόμμα που μιλούσε για προστατευτική οικονομία, ενάντια στο διακρατικό οικονομικό φιλελευθερισμό.

Ενώ, όμως, η δεξιά μιλά για επιστροφή στην εθνική κυριαρχία (η οποία, αναμφισβήτητα, έχει πληγεί από διακρατικές συνθήκες) παράλληλα αρνείται – και δε θέλει, εξάλλου – να δει ότι μια πιθανή αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. δε θα σηματοδοτούσε αυτόματα και τον «εκδημοκρατισμό» της χώρας, δεδομένου ότι το Βρετανικό αστικό πολιτικό σύστημα δεν έχει ακόμα απαλλαγεί από τις αριστοκρατικές του δομές (υπάρχει ακόμα η Βουλή των Λόρδων, ένα σώμα ισόβιων νομοθετών, που μήτε εκλέγονται από τους πολίτες, μήτε λογοδοτούν – όπως ακριβώς και οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών -, πόσο μάλλον η ίδια η βασιλική οικογένεια – που κάθε άλλο παρά «διακοσμητική είναι» όπως λανθασμένα πιστεύει ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού – ή το άδικο εκλογικό σύστημα που λειτουργεί ως τροχοπέδη για την είσοδο νέων κομμάτων και σχηματισμών στο κοινοβούλιο.

Συνεπώς, ο νεοευρωσκεπτικισμός αυτός δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο παρά μια προσπάθεια να καταστούν αντικείμενο ψηφοθηρικής εκμετάλλευσης υπαρκτά προβλήματα, ενώ πατά πάνω στη διάχυτη ξενοφοβία των ημερών, ενισχύοντας μια υπερδομή τη στιγμή που αμφισβητείται εν μέρει μια άλλη (εν μέρει διότι ούτε το ζήτημα της ευρωλιτότητας τίθεται στο τραπέζι των Συντηρητικών, για τους οποίους το δόγμα των περικοπών είναιraison d’être).

Ο θρίαμβος του SNP και η στάση της Σκωτίας

Αντίθετα με τους Άγγλους, οι Σκωτσέζοι πάντα έβλεπαν τη Βρετανική δεξιά με αποστροφή, κάτι που είναι εμφανές κυρίως εντός της τάξης των υποστηρικτών της καμπάνιας του ΝΑΙ. Οι αποσχιστές όχι μόνο οραματίζονται μια ανεξάρτητη Σκωτία βασισμένοι σε κάποιο βαθιά ριζωμένο φαντασιακό αντιαγγλισμού, αλλά την ίδια στιγμή θεωρούν ότι η αποδέσμευση της χώρας από το Λονδίνο θα μπορούσε να τους γλυτώσει από τη λιτότητα του Cameron (άλλωστε το SNP έχει στραφεί αρκετά προς την κατεύθυνση αυτή), και ταυτόχρονα από τη δυναστεία της βασιλικής αριστοκρατίας.

Ωστόσο, όπως ακριβώς και στην περίπτωση των Συντηρητικών/UKIP, η ανεξαρτησία που επιδιώκουν οι Σκωτσέζοι είναι εξίσου a la carte και παραπλανητική, εφόσον δεν ξεκαθαρίζεται επ’ ακριβώς ποιά θα είναι η θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ την ίδια στιγμή η καμπάνια του ΝΑΙ καθίσταται αντικείμενο εκμετάλλευσης ιδεολογικοποιημένων πολιτικών χώρων, όπως φιλελεύθερων κεντροαριστερών (που εγκατέλειψαν τους Εργατικούς λόγω του ότι οι δεύτεροι αρνήθηκαν να στηρίξουν την ανεξαρτησία) ή αριστερών φιλοευρωπαϊκών κομμάτων (της γραμμής ΣΥ.ΡΙΖ.Α/Podemos/Sinn Fein), πολλά από τα οποία έχουν ενταχθεί και ενσωματωθεί στο SNP.

Έτσι, σε πολλές από τις συζητήσεις στις σελίδες Κοινωνικής «Δικτύωσης» κυκλοφορεί ευρέως η άποψη ότι ένα νέο δημοψήφισμα για ανεξαρτησία θα γλυτώσει τη χώρα από τα δεινά που θα μπορούσαν να προκληθούν έπειτα από ένα πιθανό Brexit, καθώς η απαγκίστρωση από το Λονδίνο δίνει αυτόματα τη δυνατότητα της ένταξης της Σκωτίας στην Ε.Ε. και το ευρώ.

Για να τελειώνουμε με τις αριστερές και αναρχικές αυταπάτες

Μπορεί η άνοδος του SNP να είχε ως αποτέλεσμα τον «παραγκωνισμό» των Εργατικών στο βορρά για λόγους που συνδέονται σθεναρά με το Σκωτσέζικο ζήτημα, ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να δικαιολογήσει από μόνο του τον θρίαμβο των Συντηρητικών. Σίγουρα μέσα σ’ όλα συνέβαλαν και οι ασάφειες των Εργατικών newspeaks αναφορικά με τις κωλοτούμπες για τις πολιτικές λιτότητας, πράγμα που απογοήτευσε αρκετούς ψηφοφόρους της παλιάς σοσιαλδημοκρατικής γραμμής, καθώς και οι ευφημισμοί σχετικά με την ξεδιάντροπη στήριξη μελών του κόμματος στο WorkFare Programme – βάσει του οποίου όσοι εισπράττουν επίδομα ανεργίας (280£ το μήνα) θα είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται με συνθήκες πλήρους απασχόλησης αμισθί (!!!).

Αλλά ούτε και τα παραπάνω μπορούν να δικαιολογήσουν πλήρως την ήττα των Εργατικών, και γιατί έπειτα από 5 χρόνια σκληρής λιτότητας που έσπρωξε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού στην εξαθλίωση, με την περιθωριοποίηση να αυξάνεται και τα περιστατικά αυτοκτονιών να πληθαίνουν, 11,334,520 άνθρωποι (αναμφισβήτητα ένας τεράστιος αριθμός) επέλεξαν και πάλι τον κύριο Cameron.

Κάποιοι, φυσικά, θα σπεύσουν να πουν ευθέως ότι τα 11,334,520 δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο των Βρετανών πολιτών, όντας μόλις το 1/6 του συνολικού πληθυσμού, και πως στην ουσία πρόκειται για τους πιό εύπορους πολίτες. Αναμφισβήτητα οι πλούσιες περιοχές του Δυτικού Λονδίνου παρέμειναν «μπλε», ωστόσο αρκετές από τις πιο φτωχές περιφέρειες της κεντρικής Αγγλίας, όπως το Hastings & Rye, το Blackpool North & Cleveleys, ή το Great Yarmouth, καθώς και περιοχές της φτωχής Ουαλίας επέλεξαν το Συντηρητικό κόμμα αντί για τους Εργατικούς (οι οποίοι διατήρησαν υψηλά ποσοστά μόνο στις μεγαλουπόλεις και σε περιοχές πολυπολιτισμικές, όπως τοHackney του Λονδίνου), ενώ αριστερά σχήματα που συμμετείχαν στις μεγάλες διαδηλώσεις αντιλιτότητας, όπως το Left Unity, ή το TUSC δεν κατάφεραν να συλλέξουν παρά μόνο μερικές χιλιάδες ψήφων.

Με βάση το αριστερό και αναρχικό αφήγημα, είναι προδιαγεγραμμένο ο καταπιεσμένος άνθρωπος, ο εξαθλιωμένος προλετάριος να εξεγερθεί εναντίον των καταπιεστών του, σπάζοντας τις αλυσίδες του και διεκδικώντας την ελευθερία του. Οι Βρετανικές εκλογές έρχονται, όμως, να επιβεβαιώσουν την κατάρρευση αυτού του μύθου που συνεχώς νανουρίζει τους παραδοσιακούς «επαναστατικούς» χώρους.

Μαζί με το δημοσκοπικό ξεφούσκωμα των Podemos στην Ισπανία, η εκτόξευση των ποσοστών του κόμματος του Ραχόι αμέσως μετά την επιβολή του νόμου κατά των διαδηλώσεων και του περιορισμού της ελευθερίας του λόγου, αλλά και τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα που απεικονίζουν τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών να επιθυμεί πάση θυσία παραμονή στο ευρώ με όσες «θυσίες» και αν απαιτηθούν από τους δανειστές, όλα αυτά αναιρούν την ένδεια αυτών των χώρων οι οποίοι συνεχώς προσπαθούν να διαυγάσουν την πραγματικότητα πλάθοντας εύπεπτα και βολικά σενάρια «κοινωνικής ανατροπής» (η οποία όταν δεν λαμβάνει χώρα δίνει χώρο στη γνωστή ελιτίστικη λαοφοβική τοποθέτηση πως «ο λαός αυτός είναι αμόρφωτος», ή ότι «του λείπει μια ταξική συνείδηση που εμείς ως πρωτοπορία πρέπει να του την επαναφέρουμε»)[1].

Απεναντίας, αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια όλων μας όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει τούτη την φτηνή αφέλεια, αλλά απεναντίας έρχεται να δικαιώσει μια άλλη θεώρηση αναφορικά με τον άνθρωπο ως ον δουλικό (βάσει της θεωρίας του Σπινόζα ή του Καστοριάδη), που αγαπά τις αλυσίδες του αντί να προσπαθεί ν’ απαλλαγεί από αυτές, ο οποίος ωστόσο μπορεί να απελευθερωθεί μόνο όταν αποφασίσει να συμμετάσχει στον πολιτικό βίο, στη δημόσια σφαίρα, εν ολίγοις, το μόνο χώρο όπου μπορεί να υπάρξει ισονομία, ισηγορία και ισαξία απόψεων.

Συμπέρασμα αντί επιλόγου

Το βασικό διακύβευμα των Βρετανικών εκλογών μας επιβάλει να αναθεωρήσουμε αρκετά από αυτά που μέχρι χθες θεωρούσαμε δεδομένα. Μας επιβάλει να ξαναδούμε το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης ως ένα γεγονός συνολικό, που δεν θα αφορά μονάχα μια πτυχή του προβλήματος (όπως η παραμονή μιας χώρας στο Ευρωπαϊκό μαντρί, που συχνά προσεγγίζεται σχηματικά και κάτω από το πρίσμα της ιδεολογικοποίησης, οδηγώντας μας στο να αλληθωρίζουμε μπροστά σε μια πολύπλοκη πραγματικότητα), που δεν ακολουθεί αδήριτους νόμους και κανόνες, που δεν υπάγεται σε κάποια εξωκοινωνική θεώρηση.

Απεναντίας, το πρόταγμα του κοινωνικού μετασχηματισμού μόνο μέσα από τη συλλογική δράση μπορεί να λάβει σάρκα και οστά, κάτι που, ωστόσο, στη δεδομένη στιγμή, που και πάλι επικρατεί στο σύνολο η ιδέα της αρχής του ενός (και όχι της συμμετοχικής πλειοψηφίας ή του συνόλου) και η απεχθής κομματοκρατία, μοιάζει αρκετά μακρινό. Αξίζει, ωστόσο, σε τούτη την προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε αρκετά σοβαρά την εν γένει πραγματικότητα, μακριά από αδιέξοδες θεωρήσεις. Όσο παραμένουμε δέσμιοι ιδεολογιών, όσο επιλέγουμε δοτές απαντήσεις σε ζητήματα που απαιτούν συμμετοχή και δημόσια συζήτηση, τόσο ο δρόμος προς μια τέτοια κατεύθυνση θα φαντάζει δύσβατος.

[1] Το ίδιο φυσικά θα μπορούσαμε να πούμε και για την περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, που πριν τις εκλογές σύσσωμα τα μέλη του είχαν για τα καλά επενδύσει στην ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη θα αλλάξει μέσα σε λίγες εβδομάδες από την ανάληψη της εξουσίας, όντας πεπεισμένοι ότι ολόκληρος ο κόσμος σκέφτεται όπως οι ίδιοι, ότι η κοινωνία είναι έτοιμη να ακολουθήσει το δρόμο που προτείνουν τα κομματικά τους γραφεία. Φυσικά εδώ δεν επιστρατεύονται μόνο οι γνωστοί «επαναστατικοί» ντετερμινισμοί, αλλά συνάμα και η αποτυχημένη ουσιοκρατική θεώρηση της καλής φύσης του ανθρώπου έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα του παζλ, θεωρώντας ότι έπειτα από μερικές «βόμβες» στον Ντάισελμπλουμ αναφορικά με την τραγική κατάσταση στην Ελλάδα και υπόνοιες στον «σκληρό» Σόιμπλε και τη Μέρκελ, ο μέσος Ευρωπαίος θα ευαισθητοποιηθεί αναγνωρίζοντας το Ελληνικό πρόβλημα (που για τόσο καιρό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δήθεν έθαβαν), δείχνοντας ξαφνικά συμπάθεια στον Ελληνικό λαό.

* Στόχος του συγκεκριμένου άρθρου δεν είναι να υποστηρίξει κάποια συγκεκριμένη παράταξη ή κόμμα, αλλά να θέσει προς συζήτηση κάποια βασικά πολιτικά συμπεράσματα σχετικά με το μήνυμα των Βρετανικών εκλογών.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Ο Μιχάλης Θεοδοσιάδης είναι υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής θεωρίας στο Goldsmiths, University of London. Εργάζεται ως ερευνητής και καθηγητής στη Βρετανία. Πεδία ενδιαφέροντος: Λαϊκισμός, άμεση δημοκρατία, πολιτική φιλοσοφία και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρθρογραφεί επίσης στο ResPublica.gr

Αφήστε Ένα Σχόλιο

eighteen + twelve =

Simple Share Buttons