Κ. Παπαϊωάννου: «Τεχνητό το δίλημμα ασφάλεια ή δικαιώματα»

2

kostis-papaioannou-630_0

 

 

Συνέντευξη στην Άντα Ψαρρά και τον Δημήτρη Αγγελίδη

Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι γ. γ. του υπουργείου Δικαιοσύνης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ο Κ. Παπαϊωάννου υπήρξε πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων η οποία αποτελεί σύμβουλο του κράτους και αναφέρεται μέσω του εκάστοτε γραμματέα της κυβέρνησης απευθείας στον πρωθυπουργό. Θυμίζουμε ότι ακριβώς με αυτήν την επιτροπή είχε αρνηθεί να συνομιλήσει ο τ. γραμματέας της κυβέρνησης Σαμαρά, Παν. Μπαλτάκος.

• Ενώ υπάρχουν νόμοι που προστατεύουν τα θύματα του ρατσισμού, οι κατακερματισμένες ειδικές υπηρεσίες και η απροθυμία των αρχών να ασχοληθούν έχουν οδηγήσει ουσιαστικά σε ύπνωση τους νόμους και σε καθεστώς ανασφάλειας τα θύματα, ακόμα κι όταν με δυσκολία βρεθούν μπροστά σε εισαγγελείς ή αστυνομικούς. Πώς θα μπορέσει να γίνει πράξη ο χαρακτηρισμός και η τιμωρία του ρατσιστικού εγκλήματος και πάνω από όλα η προστασία των θυμάτων; Πώς θα συντονιστεί ενιαία μια τέτοια πρωτοβουλία;

Η μακρά εθελοτυφλία, η ανοχή και η ατιμωρησία επέτρεψαν την κλιμάκωση της ρατσιστικής βίας. Οδήγησαν σε τραυματίες και νεκρούς. Υπονομεύτηκε η δημόσια ασφάλεια, επικράτησε ο φόβος. Διασυρόμασταν διεθνώς ως χώρα με μειωμένα αντανακλαστικά στο ρατσιστικό και νεοναζιστικό φαινόμενο. Η αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας αποτελεί λοιπόν και προσωπικά για μένα κορυφαίο ζήτημα.

Εργαζόμαστε εντατικά για να αναστραφεί πλήρως η παγιωμένη εικόνα θεσμικής αμεριμνησίας. Γενική Γραμματεία Δικαιωμάτων, Αστυνομία, Εισαγγελία κατά του Ρατσισμού, Δίκτυο Καταγραφής Ρατσιστικής Βίας, Υπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες και Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου συνεργαζόμαστε για τη βελτίωση των διαδικασιών. Θέλουμε να φτιάξουμε μια σφιχτή αλυσίδα που θα οδηγεί από την πρώτη καταγγελία, καταγραφή και διερεύνηση του εγκλήματος στην ποινική του αντιμετώπιση. Εξετάζουμε νομοθετικές παρεμβάσεις, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διερεύνηση, αναγνώριση και επιμέτρηση του ρατσιστικού κινήτρου.

• Πώς κρίνετε τη στάση σήμερα απέναντι στην ποινική διερεύνηση των ρατσιστικών εγκλημάτων;

Ξέρετε, ενοχλούμαι με όσους υποτιμούν την αξία της ποινικής αντιμετώπισης του ρατσιστικού εγκλήματος. Κάνουν λάθος. Το αποδεικνύει η μείωση των επιθέσεων μετά τον Σεπτέμβριο του 2013. Το αποδεικνύει και η πρόσφατη αναζωπύρωση της ρατσιστικής βίας, διόλου άσχετη με τα επαμφοτερίζοντα μηνύματα που στέλνουν πολιτικοί και πολιτειακοί παράγοντες. Μιλώ για δηλώσεις ή ενέργειες που μπορούν να εκληφθούν σαν δεύτερες σκέψεις, σαν τύψεις για την αποφασιστικότητα που επιτέλους επέδειξε η Δημοκρατία απέναντι στο φαινόμενο.

Το ρατσιστικό έγκλημα, όπως το βιώνουν τα θύματα και η κοινωνία, έχει πρωτίστως ποινική απαξία και μόνο, εφόσον αντιμετωπίζεται ως εγκληματική συμπεριφορά από τον φυσικό δικαστή, δημιουργείται αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες. Θεωρήστε λοιπόν πως από την πλευρά μας συνεχίζουμε αποφασιστικά την προσπάθεια για θεσμική αντιμετώπιση της βίας με ρατσιστικό κίνητρο, αλλά και του ρατσισμού εν γένει.

• Εμπίπτει στις αρμοδιότητές σας -και κυρίως με βάση την πολύχρονη εμπειρία σας στην ΕΕΔΑ- η εκπόνηση ενός σχεδίου αντιμετώπισης των καταγγελιών σε βάρος δημοσίων υπαλλήλων και ειδικά ενστόλων, όταν εκδηλώνουν ρατσιστική βία και ρητορική μίσους;

Η χώρα μας είναι πολλαπλώς ελλειμματική στο ζήτημα του ρατσισμού. Πάνω από όλα λείπει μια συνεκτική εθνική στρατηγική σε όλα τα πεδία: εκπαίδευση, λειτουργία της διοίκησης, συμπεριφορά των κρατικών οργάνων, διευκόλυνση της δικαστικής προστασίας, αθλητικοί χώροι, ΜΜΕ. Για τον σκοπό αυτόν θεσπίζουμε Συντονιστικό Συμβούλιο κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Αυτό αποτελεί και σύσταση διεθνών οργάνων. Αν δεν επιβλέψουμε συστηματικά την εφαρμογή της νομοθεσίας και τη συμμόρφωσή της με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, αν δεν σχεδιάσουμε πολιτικές πρόληψης και καταπολέμησης, αν δεν συνεργαστούμε με την κοινωνία των πολιτών και ιδίως τις στοχοποιημένες ομάδες, πώς θα προχωρήσουμε;

Σας φέρνω ως παράδειγμα τη ρητορική του μίσους. Δεν πρέπει να την επισημάνουμε, να τη στηλιτεύσουμε; Δεν πρέπει να εγκαλέσουμε φορείς που καλλιεργούν το θρησκευτικό μίσος, τον αντισημιτισμό, την ομοφοβία; Σας φέρνω επίσης ως παράδειγμα τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας με ρατσιστικά γνωρίσματα. Πώς ανεχόμαστε να μένουν ατιμώρητοι οι δράστες; Η παντελής απουσία ανεξάρτητου μηχανισμού διερεύνησης για τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας αποτελεί δομικό στοιχείο της ατιμωρησίας. Αναπαράγει μια κουλτούρα ανέλεγκτου και ακαταδίωκτου. Είναι ζήτημα λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος η λογοδοσία των κρατικών οργάνων. Δεν το λέω εγώ. Το λένε όλα ανεξαιρέτως τα εθνικά και διεθνή όργανα προστασίας των δικαιωμάτων.

• Ο κάθε πολίτης έχει όνομα και ταυτότητα και, όταν αυθαιρετεί ή παραβιάζει τον νόμο, συλλαμβάνεται. Οταν όμως αυτό συμβαίνει από αστυνομικούς, τότε ούτε διακριτικά υπάρχουν ούτε τρόποι να διαπιστωθεί τις περισσότερες φορές ότι ο αστυνομικός που παραβίασε τον νόμο έχει όνομα και βαθμό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αίσθηση στους πολίτες ότι μια τεράστια κουκούλα κρύβει συγκεκριμένες παράνομες πράξεις.

Συμφωνώ μαζί σας. Συστηματικά παραβιάζεται η ισχύουσα νομοθεσία για τα διακριτικά των αστυνομικών οργάνων. Αρα, ένα κομμάτι του κρατικού μηχανισμού λειτουργεί σε γκρίζα ζώνη, εξαιρείται από τον έλεγχο της Δικαιοσύνης. Ομως ελπίζω ότι φυσική και πολιτική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. θα κάνουν μια τομή σε σχέση με το παρελθόν και θα επιβάλουν τη νομιμότητα. Χωρίς τέτοια τομή δύσκολα μπορούμε να μιλάμε για δικαιώματα του ανθρώπου.

Οι εποχές είναι κρίσιμες, δεν έχουμε την πολυτέλεια να αναλωνόμαστε σε καθημερινές δηλώσεις που αναπαράγουν το τεχνητό δίλημμα «ασφάλεια ή δικαιώματα». Το δίλημμα αυτό επιχειρεί να τα στριμώξει όλα σε μια αντιπαράθεση δήθεν εχθρών και φίλων της αστυνομίας. Αρνούμαι να μπω σε αυτή τη λογική. Μπορούμε να μιλάμε για ασφάλεια, μόνο αν μιλάμε για δικαιώματα και αντίστροφα. Η λειτουργία της αστυνομίας οφείλει να υπηρετεί και τους δύο στόχους. Και, σε τελευταία ανάλυση, μια ανοιχτή αστυνομία με μηχανισμούς ελέγχου και διαφάνειας θα έρθει κοντά στους πολίτες. Το αντίθετο εξακολουθεί να την απομακρύνει.

• Πώς θα αντιμετωπιστούν τα ζητήματα της θρησκευτικής ελευθερίας;

Η πολιτεία καλό είναι να μη θρησκεύεται και η Εκκλησία να μην πολιτεύεται. Θα είναι επωφελές και για τις δύο πλευρές. Στην κατεύθυνση αυτήν μπορούν να γίνουν σημαντικά βήματα, χωρίς εντάσεις ή παρεξηγήσεις. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δείχνουν τον δρόμο, ο εξορθολογισμός των διοικητικών πρακτικών γίνεται οδοδείκτης. Πάρτε μερικά απλά θέματα: πολιτικός όρκος στα δικαστήρια, μη αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, αποτέφρωση, απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών χωρίς δήλωση θρησκευτικών πεποιθήσεων. Να δούμε και τις διατάξεις που αφορούν τη βλασφημία ή τον προσηλυτισμό. Είναι συμβατές με τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία έκφρασης; Να τα δούμε όλα αυτά.

Και όποιος διαφωνεί, θα ήθελα να μου εξηγήσει γιατί διαφωνεί. Μπορούμε να συζητάμε χωρίς κάθετους διαχωρισμούς, χωρίς ιερές κραυγές και πιστοποιητικά ορθοφροσύνης. Εν ολίγοις, επιθυμώ τη σταδιακή, συντεταγμένη πορεία προς τη διακριτότητα των ρόλων κράτους και Εκκλησίας, με ειλικρινή σεβασμό προς τη θρησκευτική πίστη και με γνώμονα τις αρχές ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Δεν μιλάμε για καμιά επανάσταση· για τις αρχές του Διαφωτισμού πρόκειται.

efsyn.gr

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Simple Share Buttons