Άστεγος.

1

Άστεγος.

αστεγος

Με την ευρεία έννοια, ο χωρίς στέγη, χωρίς σπίτι, χωρίς “ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ”
Εκείνος που έχασε την θαλπωρή και την ασφάλεια τοίχων και σκεπής, μεταλλικής ή τσιμεντένιας.

 
Ο κυριολεκτικά γυμνός από κατάλυμα. Ο άνθρωπος που η ζωή τον καλεί να συνεχίσει τον αγώνα δρόμου, χωρίς αφετηρία μα και χωρίς τερματισμό;
Άστεγος, άρα λειψός από υπάρχοντα και κοινωνική ζωή.

 
Εκείνος που έχασε την κοινωνική του ταυτότητα, την υπόστασή του, την αξιοπρέπειά του, το δικαίωμα του θέλω, του ονείρου και κατ’ επέκταση (απλουστευμένη αλλά πικρά αληθινή), της ζωής.

 
Ο μη κατέχων διεύθυνση επίδοσης, ο στερούμενος συναναστροφής ή υποδοχής και φιλοξενίας όσων επιθυμεί.
Σε μια κοινωνία καλά “αποστειρωμένη”, σχεδόν ένοχος και επιβλαβής της αισθητικής.

 
Άστεγος
άπορος
άυπνος
άνυδρος
αβέβαιος
άδηλος
άθλιος
αλλοτριωμένος
απών
μα πάντα Άνθρωπος.

 

 

Από Erina Espiritu

Πηγή: enfo.gr

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

1 Comment

  1. Pingback: Άστεγος | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Αφήστε Ένα Σχόλιο

9 − four =

Simple Share Buttons